5 Σεπτεμβρίου 2026

Ασε, παππού, το τιμόνι

Το σύστημα προβλέπει εξετάσεις, αλλά ο 90χρονος της Αττικής Οδού κατάφερε να κυκλοφορεί με άδεια που είχε λήξει οκτώ χρόνια. Πρέπει να υπάρχει αυστηρότερος έλεγχος. Κυρίως, όμως, πρέπει να υπάρχει εναλλακτική για τις μετακινήσεις των ηλικιωμένων, γιατί αν τους αφήνουν έρμαιο της ανημποριάς τους, πολύ πιθανόν να συνεχίσουν να οδηγούν με το δίπλωμα ληγμένο μέχρι να τους πιάσουν 
Η μητέρα μου υπήρξε πολύ καλή οδηγός. Εβγαζε ταξίδια χιλιομέτρων, όργωνε την πόλη με το αμάξι, μπορούσε να παρκάρει στην πιο στενή θέση που έβρισκε. Καλή οδηγός θα ήταν και τώρα, στα 75 της, αλλά εδώ και κάποια χρόνια απέχει από το άθλημα. Δεν της είναι ευχάριστο, ποτέ δεν είναι ευχάριστο, για έναν άνθρωπο που έχει μάθει με το αυτοκίνητο, να ζήσει χωρίς αυτό. Αλλά προφανώς νιώθει ότι το σώμα της δεν μπορεί να ανταποκριθεί το ίδιο και δεν έχει τα αντανακλαστικά για να οδηγήσει όπως άλλοτε. 

Στον αντίποδα, θυμάμαι τον πατέρα ενός φίλου, που είχε φτάσει 83, δεν έβλεπε από το ένα μάτι και επέμενε πεισματικά να οδηγεί. Μια φορά κόντεψε να πέσει σε γκρεμό, μια άλλη βγήκε στην αντίθετη λωρίδα χωρίς να το καταλάβει, όπως ο 90χρονος που μπήκε στην Αττική Οδό ανάποδα. Η Τροχαία της Αττικής Οδού τον αντιλήφθηκε, τον ακολούθησε και ευτυχώς τον σταμάτησε προτού συμβούν τα χειρότερα. Στον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η άδεια οδήγησής του είχε λήξει από το 2018 και θα στοιχημάτιζε κανείς ότι δεν είναι ο μόνος ηλικιωμένος με ληγμένο δίπλωμα εκεί έξω. 

Η ηλικία από μόνη της δεν είναι διάγνωση, ασφαλώς. Δεν θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι κάθε άνθρωπος άνω των 70 ή των 80 είναι ακατάλληλος να οδηγεί, όπως δεν θα ήταν σωστό να υποθέσουμε ότι ένας νεότερος είναι κατάλληλος λόγω ηλικίας και μόνο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γενικώς επισημαίνει ότι οι οδηγοί άνω των 75 έχουν πολύ υψηλότερο κίνδυνο θανατηφόρου τραυματισμού σε σχέση με τον μέσο οδηγό. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα σύστημα ελέγχου που λέει ότι η άδεια πρέπει να ανανεώνεται για μικρότερα χρονικά διαστήματα όσο μεγαλώνει ο οδηγός και ότι προβλέπονται ιατρικές εξετάσεις. 

Μετά τα 80, η ανανέωση μπορεί να έχει διάρκεια έως δύο χρόνια, ενώ απαιτούνται, μεταξύ άλλων, εξετάσεις από παθολόγο και οφθαλμίατρο και υποχρεωτικά από ωτορινολαρυγγολόγο και νευρολόγο ή ψυχίατρο. Οι γιατροί πρέπει να κρίνουν τον ενδιαφερόμενο ικανό ή μη ικανό για οδήγηση. Ωραία όλα αυτά στα χαρτιά, το ερώτημα είναι τι γίνεται στην πραγματικότητα. Γιατί το σύστημα μπορεί να προβλέπει εξετάσεις, αλλά ο 90χρονος της Αττικής Οδού κατάφερε να κυκλοφορεί με άδεια που είχε λήξει οκτώ χρόνια. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι φταίνε οι γιατροί, ούτε ότι όλοι οι ηλικιωμένοι παρακάμπτουν τον νόμο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στο τι προβλέπει η νομοθεσία και στο τι συμβαίνει στον δρόμο. 

Το να πεις σε έναν άνθρωπο «άσε το αυτοκίνητο» είναι πολύ πιο εύκολο από το να του βρεις εναλλακτική. Δεν έχουμε όλοι την άνεση να παίρνουμε ταξί. Όσο για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, μπορούν να διαλύσουν την αντοχή και τα νεύρα ενός τριαντάχρονου, έναν ογδοντάχρονο θα τον αποτελειώσουν. Στην επαρχία, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Αν το σπίτι απέχει από το χωριό, το Κέντρο Υγείας, το σούπερ μάρκετ ή το σπίτι των παιδιών, τι ακριβώς θα κάνει ο ηλικιωμένος που δεν οδηγεί; Θα περιμένει κάποιον να τον εξυπηρετήσει για κάθε μετακίνηση; 

Επομένως, το «κόψτε τα διπλώματα» δεν είναι λύση, αν δεν δοθούν εναλλακτικές. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να υπάρξει μια σοβαρή εθνική καμπάνια για την ασφαλή αποχώρηση από την οδήγηση. Να εξηγείται στον οδηγό και στην οικογένειά του ότι το αντίο στο τιμόνι δεν είναι ήττα αλλά μια απόφαση προστασίας της ζωής του ίδιου και των άλλων. Αλλά θα έπρεπε να του δώσεις και λύσεις μετακίνησης που δεν θα του στερούν την άνεση που είχε όταν οδηγούσε. 

Θα μπορούσαν επίσης να ενισχυθούν οι πρακτικές αξιολογήσεις, ειδικά όταν υπάρχουν ενδείξεις προβλήματος. Γιατί μια εξέταση όρασης από μόνη της δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αν ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται σωστά μια σύνθετη κυκλοφοριακή κατάσταση. Χρειάζεται να εξετάζεται η συνολική λειτουργικότητά του και, όπου υπάρχει πραγματική αμφιβολία, η ικανότητα αντίδρασης σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης. 

Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν ακολουθούν όλες την ίδια γραμμή, αλλά κινούνται σε παρόμοια τροχιά. Η Δανία περιορίζει σταδιακά τη διάρκεια της άδειας μετά τα 70, η Πορτογαλία ζητά συχνότερη ανανέωση μετά τα 70, το Ηνωμένο Βασίλειο απαιτεί ανανέωση από τα 70 και μετά κάθε τρία χρόνια, όπως και η Ιταλία, ενώ η Γερμανία και η Σουηδία δεν εφαρμόζουν ηλικιακό ιατρικό έλεγχο με τον ίδιο τρόπο. 

Το πιο ενδιαφέρον πάντως είναι ότι δεν υπάρχει μία λύση που η επιστήμη να θεωρεί οριστικά σωστή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι τα υποχρεωτικά τεστ που βασίζονται αποκλειστικά στην ηλικία δεν έχουν αποδείξει με συνέπεια ότι μειώνουν τα τροχαία και μπορεί να έχουν ακόμη και ανεπιθύμητες συνέπειες, όπως να οδηγήσουν ανθρώπους να εγκαταλείψουν την οδήγηση χωρίς να έχουν επαρκείς εναλλακτικές μετακίνησης. 

Το θέμα είναι πολύπλοκο και έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Ξεκινά από τη γνώση, περνάει από την αποδοχή αλλά επειδή μπορεί να μην περάσει ποτέ από αυτά, επειδή ένας άνθρωπος μπορεί να είναι αγύριστο κεφάλι και να οδηγεί μέχρι τα ενενήντα, πρέπει να υπάρχει αυστηρότερος έλεγχος και κανόνες. 

Κυρίως, όμως, είναι η ποιότητα ζωής που θα βοηθήσει κάποιον να το πάρει απόφαση και να εγκαταλείψει το αμάξι εγκαίρως. Αν δεν την έχει και ξέρει ότι δεν πρόκειται να τη βρει, αν δεν του δίνουν λύσεις και εναλλακτικές και τον αφήνουν έρμαιο της ανημποριάς του, πολύ πιθανόν να οδηγεί με το δίπλωμα ληγμένο μέχρι να τον πιάσουν. 

Λίλα Σταμπούλογλου