Τους φόβους των μελών της Σουηδικής Ακαδημίας για την τύχη του συγγραφέα Αλεξάντρ Σολζενίτσιν σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον τιμήσουν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970 (όπως και έγινε τελικά) αποκαλύπτουν τα πρακτικά των συνεδριάσεων, που δημοσιοποιήθηκαν 50 χρόνια αργότερα, όπως είναι η πάγια πολιτική της Σουηδικής Ακαδημίας.Ο Σολζενίτσιν στα έργα του αναφερόταν στη φρίκη των γκουλάγκ στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν και εν τέλει εξορίστηκε το 1974 από την πατρίδα του. Όμως ήδη λίγα χρόνια νωρίτερα η δυσαρέσκεια του καθεστώτος απέναντί του ήταν γνωστή, κι έτσι υπήρξε έντονη συζήτηση στη Σουηδική Ακαδημία για το αν ο Σολζενίτσιν θα ήταν ασφαλής έπειτα από μία ενδεχόμενη βράβευση με το Νόμπελ.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της σουηδικής εφημερίδας Svenska Dagbladet, ο Άρτουρ Λούντκβιστ, μέλος της επιτροπής, είχε εκφράσει αμφιβολίες για το αν η βράβευση του Σολζενίτσιν θα ήταν επωφελής ή επιβλαβής γι’ αυτόν και θα δημιουργούσε πολιτικό ζήτημα, σχολιάζοντας: «Το Βραβείο Νόμπελ δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε πεδίο μάχης μεταξύ αντίπαλων πολιτικών συμφερόντων». Αντίθετη άποψη εξέφρασε ένα άλλο μέλος, ο Χένρι Όλσον, σύμφωνα με τον οποίο εφόσον ένας Σοβιετικός συγγραφέας αρεστός στο σταλινικό καθεστώς, ο Μιχαήλ Σόλοχοφ, είχε τιμηθεί με το Νόμπελ το 1965, «η αμεροληψία επιβάλλει να μπορέσουμε να το δώσουμε και σε έναν κομμουνιστή πιο επικριτικό απέναντι στο σύστημα, όπως ο Σολζενίτσιν».
Επιπλέον, ο Λούντκβιστ αμφέβαλλε και για την ποιότητα του έργου του Σολζενίτσιν, καθώς τότε δεν είχε ακόμη δημοσιευτεί το εμβληματικό έργο του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πάπυρος 2009, α’ τόμος, σε μετάφραση Κίρας Σίνου, και 2013, β’ τόμος, σε μετάφραση Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ενώ ο Όλσον αντέτεινε ότι ο Σολζενίτσιν «κατέχει τέτοια γνώση, δύναμη ενσυναίσθησης και καλλιτεχνική ικανότητα, που καθιστά την άποψη αυτή αδύνατη». Εν τέλει, η άποψη του Όλσον υπερίσχυσε και ο Σολζενίτσιν απέσπασε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970, «νικώντας» τον Χιλιανό Πάμπλο Νερούδα (που τιμήθηκε έναν χρόνο μετά) και τον Αυστραλό Πάτρικ Γουάιτ (που τιμήθηκε το 1973).
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της σουηδικής εφημερίδας Svenska Dagbladet, ο Άρτουρ Λούντκβιστ, μέλος της επιτροπής, είχε εκφράσει αμφιβολίες για το αν η βράβευση του Σολζενίτσιν θα ήταν επωφελής ή επιβλαβής γι’ αυτόν και θα δημιουργούσε πολιτικό ζήτημα, σχολιάζοντας: «Το Βραβείο Νόμπελ δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε πεδίο μάχης μεταξύ αντίπαλων πολιτικών συμφερόντων». Αντίθετη άποψη εξέφρασε ένα άλλο μέλος, ο Χένρι Όλσον, σύμφωνα με τον οποίο εφόσον ένας Σοβιετικός συγγραφέας αρεστός στο σταλινικό καθεστώς, ο Μιχαήλ Σόλοχοφ, είχε τιμηθεί με το Νόμπελ το 1965, «η αμεροληψία επιβάλλει να μπορέσουμε να το δώσουμε και σε έναν κομμουνιστή πιο επικριτικό απέναντι στο σύστημα, όπως ο Σολζενίτσιν».
Επιπλέον, ο Λούντκβιστ αμφέβαλλε και για την ποιότητα του έργου του Σολζενίτσιν, καθώς τότε δεν είχε ακόμη δημοσιευτεί το εμβληματικό έργο του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πάπυρος 2009, α’ τόμος, σε μετάφραση Κίρας Σίνου, και 2013, β’ τόμος, σε μετάφραση Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ενώ ο Όλσον αντέτεινε ότι ο Σολζενίτσιν «κατέχει τέτοια γνώση, δύναμη ενσυναίσθησης και καλλιτεχνική ικανότητα, που καθιστά την άποψη αυτή αδύνατη». Εν τέλει, η άποψη του Όλσον υπερίσχυσε και ο Σολζενίτσιν απέσπασε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970, «νικώντας» τον Χιλιανό Πάμπλο Νερούδα (που τιμήθηκε έναν χρόνο μετά) και τον Αυστραλό Πάτρικ Γουάιτ (που τιμήθηκε το 1973).
https://diastixo.gr/

