Το 50% των φαναριών λειτουργεί με προκαθορισμένους χρόνους, δηλαδή ανάβουν και σβήνουν ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κίνηση. Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό της φωτεινής σηματοδότησης και πώς αυτό θα επηρέαζε το κυκλοφοριακό της Αθήνας
Την ώρα που όλο και περισσότερες έξυπνες κάμερες θα εγκαθίστανται σε κεντρικούς δρόμους με στόχο την παρακολούθηση της συμπεριφοράς των οδηγών καταγράφοντας μία ή και περισσότερες παραβάσεις τους, οι φωτεινοί σηματοδότες παραμένουν ξεπερασμένοι τεχνολογικά.
Η εγκατάσταση ενός αυτοματοποιημένου συστήματος ρύθμισης της κυκλοφορίας με φωτεινό σηματοδότηση κατά το οποίο τα φανάρια θα αλλάζουν από πράσινο σε κόκκινο βάσει της πραγματικής κίνησης στον δρόμο όχι μόνο παραμένει καίριο αίτημα των συγκοινωνιολόγων που ασχολούνται με το κυκλοφοριακό, αλλά είναι κάτι το οποίο ήδη εφαρμόζεται σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Κύπρος εδώ και δεκαετίες.
Το 50% των φαναριών λειτουργεί με προκαθορισμένους χρόνους, δηλαδή ανάβουν και σβήνουν ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κίνηση ή όχι.
«Είμαστε περίπου 25-30 χρόνια πίσω στον εκσυγχρονισμό της φωτεινής σηματοδότησης σε σχέση με άλλες χώρες του εξωτερικού», εξηγεί στην «Κ» ο Δημήτριος Σερμπής, συγκοινωνιολόγος, επικεφαλής των συμβούλων μηχανικών του Κέντρου Διαχείρισης της Κυκλοφορίας. Οπως σημειώνει, στη χώρα μας τα μισά φανάρια λειτουργούν με προκαθορισμένους χρόνους, δηλαδή ανάβουν και σβήνουν ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κίνηση ή όχι. Τα υπόλοιπα λειτουργούν βάσει προκαθορισμένων προγραμμάτων, χωρίς όμως να προσαρμόζονται ουσιαστικά στις πραγματικές συνθήκες της κυκλοφορίας. Υπάρχουν μόνο οκτώ φανάρια που αλλάζουν βάσει της πραγματικής κίνησης (σ.σ.: έξυπνα φανάρια), επτά στην Αττική και ένα στη Θεσσαλονίκη.
25% πιο γρήγοροι στον δρόμο με τα «έξυπνα φανάρια»
Στην Αττική αυτή τη στιγμή υπάρχουν 2.210 κόμβοι φαναριών, ενώ κάθε κόμβος μπορεί να έχει 6 έως 30 φανάρια. Ο κ. Σερμπής και η ομάδα του στο Κέντρο Διαχείρισης Κυκλοφορίας Αθηνών έχουν υπολογίσει πως αν υπήρχε αυτοματοποιημένο σύστημα ρύθμισης τουλάχιστον σε βασικούς οδικούς άξονες, τότε θα είχαμε και 25% βελτίωση στους χρόνους μετακίνησης.
Γιατί δεν υπάρχει; Ο κ. Σερμπής απαντά πως παλαιότερα δεν υπήρχε το απαραίτητο επίπεδο της τεχνογνωσίας. «Τώρα θεωρώ πως είναι θέμα καθαρά οικονομικό. Αλλωστε, τέτοια συστήματα διατίθενται και από εταιρείες στην Ελλάδα».
Ειδικότερα, υπολογίζεται πως η εγκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος μόνο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου υπάρχουν 14 σηματοδοτούμενοι κόμβοι, θα κόστιζε περίπου 1 εκατ. ευρώ, καθώς απαιτείται αρχικά μια κεντρική υποδομή. Από εκεί και πέρα, η επέκταση του συστήματος σε περισσότερους κόμβους είναι σαφώς φθηνότερη, δηλαδή περίπου 25.000 ευρώ ανά κόμβο. Σύμφωνα με τον κ. Σερμπή, η απόσβεση του κόστους θα ολοκληρωνόταν σε περίπου 2,5-3 χρόνια.
Παρά το υψηλό κόστος εγκατάστασης ενός αυτόματου συστήματος, η απόσβεση θα ολοκληρωνόταν σε περίπου 2,5-3 χρόνια.
Πέρα, από βελτίωση στον χρόνο μετακίνησης της τάξης του 25% σε Ι.Χ., ένα τέτοιο σύστημα θα πρόσφερε επιπλέον πλεονεκτήματα στην κυκλοφορία, όπως η δυνατότητα προτεραιότητας στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ή ακόμη και στα ασθενοφόρα και στους πεζούς.
Φυσικά, ένα τέτοιο σύστημα δεν αναμένεται να λύσει εξ ολοκλήρου το κυκλοφοριακό, αλλά να το βελτιώσει στο προαναφερθέν ποσοστό. Ο κ. Σερμπής σχολιάζει σχετικά με αυτό πως σε κανένα σημείο του κόσμου δεν μπορεί να υπάρξει λύση του κυκλοφοριακού μόνο με βάση τη φωτεινή σηματοδότηση, αλλά απαιτούνται και παρεμβάσεις στα μέσα μεταφοράς σταθερής τροχιάς (χρόνοι αναμονής, συρμοί, επεκτάσεις).
