7 Ιανουαρίου 2014

Η Τζάνις Τζόπλιν 44 χρόνια μετά το θάνατό της



Ξαναζωντανεύει η ερμηνεύτρια των μπλουζ στο «Αγγέλων Βήμα»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Η Τζάνις Τζόπλιν επιστρέφει απόψε, 44 χρόνια μετά το θάνατό της, μέσα από το σώμα και τη φωνή της Θεοδοσίας Τσάτσου, στο «στοιχειωμένο» δωμάτιο 105 του ξενοδοχείου Landmark στο Λος Αντζελες, την τελευταία μοιραία βραδιά της ζωής της.
Ηταν 4 Οκτωβρίου του 1970, όταν η σημαντικότερη για πολλούς ερμηνεύτρια του μπλουζ και σίγουρα μία από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες της ροκ μουσικής, 27 μόλις ετών, ξεψύχησε, από υπερβολική δόση ηρωίνης, σε ένα δολοφονικό κοκτέιλ που περιλάμβανε και μπόλικο αλκοόλ - έπινε ποταμούς από Southern Comfort.

Σόλο μιούζικαλ
Η Τεξανή καλλιτέχνιδα, που έσπασε όλα τα στεγανά της ροκ σκηνής για γυναίκα και δεν δίσταζε να δηλώνει «κάνω έρωτα με 25.000 ανθρώπους στη σκηνή, όμως μετά γυρνάω σπίτι μόνη», ζωντανεύει από σήμερα ξανά στο «Αγγέλων Βήμα», χάρη σε μια προκλητική μουσικοθεατρική παράσταση με τίτλο «Janis Joplin: δωμάτιο 105». Βασίζεται στο σόλο μιούζικαλ που συνέγραψε το 2012 η Αμερικανίδα σεναριογράφος και σκηνοθέτρια Γκίγκι Γκαστόν, η οποία υπέγραψε και την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Macha Theatre του Χόλιγουντ με ερμηνεύτρια την υποψήφια για Γκράμι Σόφι Μπ. Χόκινγκς.

Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Γιοβανίδης που υπογράφει εκτός απ' τη σκηνοθεσία και την αθηναϊκή προσαρμογή, τη συνάντησε το φθινόπωρο στη Νέα Υόρκη - και μέσω αυτής έναν παλιό έρωτα της Τζόπλιν.
«Η ιδέα είναι ότι η Τζάνις επιστρέφει ως πνεύμα στο παρόν. Το ηχόχρωμα της φωνής της έκανε τομή στην παγκόσμια μουσική σκηνή», εξηγεί.
Η Τζόπλιν εμφανίζεται ξανά, εξομολογητική αλλά και με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού, για να θυμηθεί στιγμές από την οικογενειακή ζωή της, τις σχέσεις και τους έρωτές της. «Λέει τα παράπονά της». Και κάθε τόσο σιωπά για να... τραγουδήσει μερικά από τα θρυλικά τραγούδια της.
Η Γκαστόν βασίστηκε σε αληθινά ντοκουμέντα, συνεντεύξεις και μαρτυρίες από πρώτο χέρι για να συνθέσει το πρωτότυπο μιούζικαλ. «Θέλει να αναβιώσει τον κόσμο της Τζόπλιν, αναδεικνύοντας κυρίως την ευαισθησία της», προσθέτει ο Λ. Γιοβανίδης. «Εδειχνε να είναι πάρα πολύ αστεία. Υπήρξε όμως έντονα πολιτικοποιημένη, την ενδιέφερε πολύ τι συνέβαινε στην Αμερική στα τέλη των '60s».
Επειδή ο μονόλογος έχει τη δομή του μιούζικαλ και εμβολίζεται ασταμάτητα από τραγούδια, ο σκηνοθέτης «επένδυσε» στη Θεοδοσία Τσάτσου, «το μοναδικό -όπως χαρακτηριστικά λέει- πρόσωπο που θα μπορούσε να το κάνει. Τη σκέφτηκα από την πρώτη στιγμή. Πέρα από ερμηνεύτρια, είναι μια ροκ τραγουδίστρια που μπορεί να καταλάβει τη ροκ σκηνή». Κάτι που δεν γνωρίζαμε είναι ότι υπήρξε απόφοιτος και της δραματικής σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. «Οπότε έχει και θεατρική παιδεία».
Η παράσταση δεν θέλει να «φωτίσει» ειδικά την αυτοκτονία, αλλά προσωπικές, άγνωστες στιγμές που σημάδεψαν την Τζόπλιν. «Ηταν ένα πληγωμένο παιδί, που δεν είχε καμία αποδοχή». Η πρόζα της Γκαστόν και οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και θερμοκρασίες που παράγει ενισχύονται με βίντεο (δουλεμένα από τον Ανδρέα Γιαννακόπουλο), όπως αυτό στο οποίο η θρυλική τραγουδίστρια περιγράφει πως δεν κατάφερε να πάει στο χορό της σχολικής αποφοίτησης, γιατί δεν υπήρξε ούτε ένας συμμαθητής για να της το ζητήσει. Ενα πρώιμο τραύμα που ωστόσο την έκανε να μπορεί να καταλάβει, για να τραγουδήσει, το μπλουζ. «Κυνηγούσε την αποδοχή μια ζωή, την οποία δεν είχε ούτε καν απ' τους ίδιους τους γονείς της», υπογραμμίζει ο Λ. Γιοβανίδης.
Η παράσταση δεν εξαντλείται μόνο στη βιογραφία, τον ψυχικό κόσμο και τις μουσικές της Τζόπλιν, που δήλωνε χωρίς αυτολογοκρισία «θύμα του ίδιου του εαυτού μου» και «απροσάρμοστη», γιατί σταδιακά εξελίσσεται σε αφιέρωμα στους 27χρονους αυτόχειρες επίσης Χέντριξ, Μόρισον και Εϊμι Γουάινχαουζ, με τη βοήθεια των βίντεο και των τραγουδιών τους που ερμηνεύει πάντα η Θεοδοσία Τσάτσου - συνοδευόμενη από τον μπασίστα Πέτρο Βασιλειάδη, τον κιθαρίστα Στέφανο Γεωργιτσόπουλο. Στα drums ο Στέλιος Πασχάλης και στα πλήκτρα ο Βασίλης Τριανταφυλλόπουλος. Με τα βίντεο σκιαγραφείται, συγχρόνως, και το παγκόσμιο πολιτικό context το 1969, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.
Η παράσταση απευθύνεται στο θεατρικό ή σε ένα πιο συναυλιακό κοινό; «Είναι μια παράσταση για όσους αγαπούν τη ροκ μουσική σκηνή. Από εκεί και πέρα είναι 50% θεατρική και 50% μουσική», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.

«Βουτούσε στο αίμα τη φωνή της»

Η Θεοδοσία Τσάτσου για την Τζάνις Τζόπλιν
Πώς νιώθει η Θεοδοσία Τσάτσου που ερμηνεύει την «πιθανότατα ισχυρότερη τραγουδίστρια που είχε να επιδείξει το κίνημα των λευκών της ροκ μουσικής» (σύμφωνα με το περιοδικό «Time») και την «πιο συγκλονιστική ροκ γυναίκα» (σύμφωνα με το περιοδικό «Vogue»);
«Τη γνωρίζω την Τζάνις πολύ καλά μουσικά», λέει με αυτοπεποίθηση.  «Οπως γνωρίζω απολύτως και τη φύση της μουσικής της εποχής της, γιατί αγάπησα καλλιτέχνες όπως ο Μόρισον, ο Λένον, ο Χέντριξ».

Παρ' όλα αυτά υπάρχει και κάτι που ανακάλυψε χάρη στη σημερινή παράσταση: «Οτι η Τζάνις ήταν επίσης μια διανοούμενη. Εφαγε πολύ χοντρό λούκι από τη μάνα και τον πατέρα της, γιατί τη θεωρούσαν πολύ άσχημη. Και για να την αγαπήσει η μάνα της και να της δώσει σημασία, πήγαινε ερωτικά με τους πάντες. Γι' αυτό βουτούσε στο αίμα τη φωνή της όταν τραγουδούσε. Εβγαζε αίμα από τη φωνή της - κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει έτσι. Βρισκόταν πάνω στη σκηνή για να πει στις γυναίκες "πετάξτε τα σουτιέν σας κι εκφραστείτε ελεύθερα"».
Το έχουμε ανάγκη ακόμα αυτό το κάλεσμα; «Ναι. Γιατί επιβιώνει το γυναικείο ζήτημα και σήμερα. Η γυναίκα μπορεί να έχει φτάσει και πέρα από τα όρια του εαυτού της, αλλά εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένη στα παλιά ήθη. Δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την κραυγή-έκκληση για πραγματική ελευθερία. Ακόμα οι γυναίκες είμαστε δέσμιες».
Και μπορεί η τραγουδίστρια, πρώην συνιδρύτρια των «Μπλε», να φέρει το εφόδιο των σπουδών στο Κρατικό Θέατρο, «αλλά και πάλι δεν είχα σκοπό ποτέ να παίξω θέατρο. Αν δεν υπήρχαν τα τραγούδια και η ροκ διάσταση της δουλειάς, δεν θα βουτούσα στο έργο ούτε για πλάκα».
Θα τραγουδήσει, μεταξύ άλλων, κι ένα τραγούδι της Γουάινχαουζ. «Για μένα είναι η φωνή του 21ου αιώνα. Ο,τι έκαναν η Τζάνις με τις φωνητικές χορδές της και ο Χέντριξ με την κιθάρα του. Οι μουσικές ευφυΐες πολύ ύποπτα εξαφανίζονται. Δεν είναι καθόλου τυχαίο».
Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", 7/1/2014