28 Δεκεμβρίου 2013

Ο βραχύς δρόμος από την «ουτοπία» στη δυστοπία και την αντίσταση

του Κώ­στα Δου­ζί­να*

Η ται­νία του Μάι­κλ Άντερ­σον «Η φυ­γή του Λό­γκαν» (1976) ξε­κι­νά­ει με αυ­τά τα λό­για: «Κά­που στον 23ο αιώ­να, οι ε­πι­ζώ­ντες ε­νός πο­λέ­μου, ο υ­περ­πλη­θυ­σμός και η μό­λυν­ση ζουν σε μια με­γά­λη πό­λη κλει­σμέ­νη σε θό­λο, α­πο­μο­νω­μέ­νοι α­πό τον ξε­χα­σμέ­νο έ­ξω κό­σμο. Εδώ, σε έ­ναν οι­κο­λο­γι­κά ε­λεγ­χό­με­νο κό­σμο, το αν­θρώ­πι­νο εί­δος ζει μό­νο για την ευ­χα­ρί­στη­ση, α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νο χά­ρη στις μη­χα­νές που του πα­ρέ­χουν τα πά­ντα. Υπάρ­χει μό­νο μια πα­γί­δα: η ζωή πρέ­πει να τε­λειώ­σει στα τριά­ντα, ε­κτός κι αν ξα­να­γεν­νη­θεί στην πύ­ρι­νη τε­λε­τή του κα­ρου­ζέλ.»
Το πρώ­το μέ­ρος της ται­νίας εί­ναι μια πε­ρι­γρα­φή της ου­το­πίας: μια κοι­νω­νία α­πο­κλει­σμέ­νη α­πό τον α­πει­λη­τι­κό έ­ξω κό­σμο, που ζει α­πο­μο­νω­μέ­νη στην ει­ρή­νη και την α­φθο­νία. Δεν υ­πάρ­χουν συ­γκρού­σεις, οι άν­θρω­ποι εί­ναι ευ­τυ­χι­σμέ­νοι, τί­πο­τα δεν πα­ρε­νο­χλεί την ύ­παρ­ξή τους, οι α­νά­γκες και οι ε­πι­θυ­μίες τους ι­κα­νο­ποιού­νται πλή­ρως. Οι άν­θρω­ποι μπο­ρούν να κα­λέ­σουν σε­ξουα­λι­κούς παρ­τε­νέρ ή να ε­πι­σκε­φτούν δω­μά­τια ορ­γίων, αλ­λά δεν μπο­ρούν να συ­νά­ψουν μα­κρο­χρό­νιες σχέ­σεις.
Όπως συ­νη­θί­ζε­ται, κά­θε ου­το­πία έ­χει και κά­ποιο ε­λάτ­τω­μα που την με­τα­τρέ­πει σε δυ­στο­πία. Οι κά­τοι­κοι της θο­λω­τής πό­λης δια­βιούν υ­πό την αί­ρε­ση ό­τι η ζωή θα «α­να­νεω­θεί» στην η­λι­κία των 30 ε­τών. Τους έ­χουν εμ­φυ­τευ­θεί «βιο-ρο­λό­για», που αλ­λά­ζουν χρώ­μα, κα­θώς η η­λι­κία τους αυ­ξά­νε­ται και ε­τοι­μά­ζο­νται για την «τε­λευ­ταία μέ­ρα» των τρια­κο­στών γε­νε­θλίων τους. Κα­θώς συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο «κα­ρου­ζέλ» για να ξα­να­γεν­νη­θούν, ε­ξο­ντώ­νο­νται.

Δα­νεί­σου και ξό­δευε

Η «ου­το­πία» της κο­σμο­πο­λί­τι­κης ει­ρή­νης, της πα­γκό­σμιας συ­νερ­γα­σίας και της ζωής εν α­φθο­νία ή­ταν η υ­πό­σχε­ση του «τέ­λους της ι­στο­ρίας», το 1989. Θα ε­πι­τυγ­χά­νο­νταν με μια νέα δια­πλο­κή με­τα­ξύ του ι­διω­τι­κού συμ­φέ­ρο­ντος, της ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής και του κοι­νού κα­λού. Έπει­τα α­πό τη φυ­γή της βιο­μη­χα­νίας και της γεωρ­γίας προς τον α­να­πτυσ­σό­με­νο κό­σμο, το χρέ­ος να κα­τα­να­λώ­νου­με έ­γι­νε η νέα α­να­πτυ­ξια­κή στρα­τη­γι­κή της Δύ­σης. Η χρέω­ση και ο κα­τα­να­λω­τι­σμός ή­ταν στο κα­θη­με­ρι­νό πρό­γραμ­μα και το υ­πέρ­τα­το υ­παρ­ξια­κό δί­λημ­μα ή­ταν «iPhone ή Βlackberry;». Και τα δύο ή­ταν προ­σι­τά μέ­σω της α­τε­λείω­της πί­στω­σης που εί­χα­με στη διά­θε­σή μας. Οι οι­κο­νο­μίες μιας ζωής με­τα­τρά­πη­καν σε χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά «προϊό­ντα», οι ερ­γα­ζό­με­νοι έ­γι­ναν κά­το­χοι με­το­χών ά­με­σα ή μέ­σω των α­σφα­λι­στι­κών και συ­ντα­ξιο­δο­τι­κών δα­πα­νών τους. Ο χρεω­μέ­νος ερ­γα­ζό­με­νος, με μι­κρές με­το­χές στο ε­νερ­γη­τι­κό του, α­πο­δέ­χτη­κε την ε­πι­λο­γή του κα­τα­να­λω­τή και την προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη ως τα κύ­ρια κρι­τή­ρια της ε­πι­τυ­χίας.
Τα αυ­ξα­νό­με­να α­το­μι­κά και κα­τα­να­λω­τι­κά δι­καιώ­μα­τα βά­θυ­ναν πε­ραι­τέ­ρω την κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κή ο­λο­κλή­ρω­ση. Η κυ­ρίαρ­χη ι­δε­ο­λο­γία δια­κή­ρυτ­τε ό­τι κά­θε ε­πι­θυ­μία μπο­ρεί να α­να­κη­ρυ­χθεί σε δι­καίω­μα, κά­θε «θέ­λω το τά­δε» μπο­ρεί να γί­νει «έ­χω δι­καίω­μα στο τά­δε». Τα συμ­φέ­ρο­ντα των ερ­γα­ζο­μέ­νων άρ­χι­σαν στα­δια­κά να προ­σι­διά­ζουν σε αυ­τά των κα­πι­τα­λι­στών, πα­ρά τη δια­φο­ρά στα ει­σο­δή­μα­τά τους που με­γά­λω­νε φτά­νο­ντας σε ση­μείο δί­χως προ­η­γού­με­νο. Τα ε­νυ­πό­θη­κα στε­γα­στι­κά δά­νεια έ­δει­ξαν ό­τι ο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κός κα­πι­τα­λι­σμός έ­πρε­πε να «ε­πεν­δύ­σει στην ί­δια τη ζωή των αν­θρώ­πων που δεν μπο­ρούν να πα­ρά­σχουν κα­μία εγ­γύη­ση και έ­χουν να προ­σφέ­ρουν μό­νο τον ί­διο τον ε­αυ­τό τους»1.
Το μή­νυ­μα ή­ταν σα­φές: Επέν­δυ­σε τα χρή­μα­τά σου σε με­το­χές και δα­νεί­σου, ξό­δε­ψε και ευ­τύ­χη­σε. Θυ­μά­μαι κά­πο­τε έ­νας έλ­λη­νας τρα­πε­ζί­της με πα­ρό­τρυ­νε να α­γο­ρά­σω έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό «προϊόν», που ο­νο­μα­ζό­ταν «ρέ­πος», για­τί ή­ταν μια «α­σφα­λής ε­πέν­δυ­ση με υ­ψη­λή α­πό­δο­ση». Τον ρώ­τη­σα τι ή­ταν αυ­τά τα «ρέ­πος», αλ­λά ή­ταν α­σα­φής. Όταν πρό­σθε­σα ό­τι δεν κα­τέ­χω με­το­χές ή με­ρί­δια, ή­ταν δύ­σπι­στος: «Νό­μι­ζα ό­τι εί­σαι έ­ξυ­πνος τύ­πος, α­φού εί­σαι δι­δά­κτωρ στο Λον­δί­νο. Δεν εί­μαι πλέ­ον σί­γου­ρος». Δια­κε­κρι­μέ­νη κα­τα­νά­λω­ση ή­ταν η υ­πό­σχε­ση του νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ο­νεί­ρου. Εύ­κο­λα και φτη­νά δά­νεια, ε­πι­βρά­βευ­ση για κερ­δο­σκο­πία στην α­γο­ρά, γρή­γο­ρη αύ­ξη­ση των α­ξιών των α­κι­νή­των, ό­λα ερ­γα­λεία της οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής και κρι­τή­ρια κοι­νω­νι­κής κι­νη­τι­κό­τη­τας και α­το­μι­κής ευη­με­ρίας. Το η­θι­κό πρό­σταγ­μα της πε­ριό­δου ή­τα­ν: «να χαί­ρε­σαι», «να α­γο­ρά­ζεις», «να ζεις την κά­θε μέ­ρα σαν να εί­ναι η τε­λευ­ταία σου». «Ανα­γκα­στι­κή α­πό­λαυ­ση» ή­ταν το σύν­θη­μα αυ­τής της πο­λι­τι­κής.

Η Ελλά­δα στην πρω­το­πο­ρία της φθο­ράς

Η Ελλά­δα α­πο­τε­λεί πε­ρί­πτω­ση – εγ­χει­ρί­διο για τη σύν­θε­τη πε­ρι­πλο­κή του ε­λέγ­χου του πλη­θυ­σμού και της πει­θάρ­χη­σης του α­τό­μου μέ­σω της κα­τ’ ε­πί­φα­ση προώ­θη­σης της ε­λευ­θε­ρίας. Με­τά την εί­σο­δο στην ευ­ρω­ζώ­νη, το προω­θού­με­νο α­πό την κυ­βέρ­νη­ση σύν­θη­μα «κα­τα­νά­λω­ση και η­δο­νι­σμός» έ­γι­νε ο κυ­ρίαρ­χος δρό­μος για την ε­πι­τυ­χία. Η δια­τα­ραγ­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη, που βα­σί­στη­κε στο δα­νει­σμό και τη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή φού­σκα, έ­λα­βε τέ­λος το 2008. Τα μέ­τρα λι­τό­τη­τας α­ντέ­στρε­ψαν τις προ­τε­ραιό­τη­τες, ε­πι­βάλ­λο­ντας μια και­νο­τό­μα και βάρ­βα­ρη δια­χεί­ρι­ση του πλη­θυ­σμού και του α­τό­μου. Η «διά­σω­ση» της Ελλά­δας προ­τεί­νε­ται ως δη­μο­σιο­νο­μι­κή «πει­θαρ­χία». Οι πε­ρι­κο­πές των δη­μο­σίων δα­πα­νών, η αύ­ξη­ση των φό­ρων και οι ι­διω­τι­κο­ποιή­σεις εί­ναι τα ερ­γα­λεία. Οι πο­λί­τες ά­κου­γαν διαρ­κώς για πε­ρί­που εί­κο­σι χρό­νια ό­τι η κύ­ρια έ­γνοια της ε­ξου­σίας εί­ναι η οι­κο­νο­μι­κή ε­πι­τυ­χία και ευ­τυ­χία του α­τό­μου. Τώ­ρα οι προ­η­γού­με­νες πο­λι­τι­κές α­να­τρά­πη­καν. Η πο­λι­τι­κή της προ­σω­πι­κής ε­πι­θυ­μίας και ευ­χα­ρί­στη­σης ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε για τη στρα­τη­γι­κή διά­σω­σης του έ­θνους, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας αυ­τούς που το α­παρ­τί­ζουν. Ο πλη­θυ­σμός εί­ναι τα πά­ντα, το ά­το­μο τί­πο­τα. Η α­να­γκα­στι­κή α­το­μι­κή ευ­χα­ρί­στη­ση με­τα­τρά­πη­κε σε α­πα­γό­ρευ­ση της ευ­χα­ρί­στη­σης.
Σε συλ­λο­γι­κό ε­πί­πε­δο, η λι­τό­τη­τα χω­ρί­ζει τον πλη­θυ­σμό σύμ­φω­να με την ερ­γα­σία, την η­λι­κία, οι­κο­νο­μι­κά και έμ­φυ­λα κρι­τή­ρια και τις α­παι­τή­σεις των α­τό­μων, για λό­γους δη­μο­σιο­νο­μι­κής πει­θαρ­χίας και α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας. Τα μέ­τρα κα­λύ­πτουν ό­λη τη γκά­μα της ζωής, α­πό τη βα­σι­κή κα­τα­νά­λω­ση τρο­φής μέ­χρι την υ­γεία, τη μόρ­φω­ση, τη δου­λειά και τη δια­σκέ­δα­ση. Ζη­τεί­ται α­πό τους πο­λί­τες να α­ντι­στοι­χή­σουν τη συ­μπε­ρι­φο­ρά τους με τις «α­νά­γκες» του έ­θνους και να υ­πό­κει­νται σε ε­ξαν­τλη­τι­κούς ε­λέγ­χους με στό­χο την α­νά­καμ­ψη της «κοι­νω­νι­κής υ­γείας». Η αλ­λα­γή συ­μπε­ρι­φο­ράς αρ­χι­κά ζη­τή­θη­κε α­πό τους χα­μη­λό­μι­σθους και τους συ­ντα­ξιού­χους, αλ­λά τε­λι­κά διευ­ρύν­θη­κε σε ό­λους. Κά­θε νέο κύ­μα λι­τό­τη­τας διεύ­ρυ­νε τα μέ­τρα σε ό­λο και ευ­ρύ­τε­ρες ο­μά­δες πλη­θυ­σμού, ω­θώ­ντας στο μά­τι του κυ­κλώ­να τη με­σαία τά­ξη με τε­ρά­στια φο­ρο­λο­γία πε­ριου­σίας.
Οι στρα­τη­γι­κές πλή­θους έ­πρε­πε να υ­πο­βο­η­θη­θούν με ε­ντα­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις σε α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο. Εί­κο­σι χρό­νια η­δο­νι­σμού έ­πρε­πε να τε­λειώ­σουν τα­χύ­τα­τα. Για να ε­πι­τευ­χθεί αυ­τός ο στό­χος, ε­πι­βλή­θη­κε μια α­κραία εκ­δο­χή του «δόγ­μα­τος του σοκ», με την ελ­πί­δα ό­τι η βίαιη ει­σα­γω­γή της λι­τό­τη­τας θα μείω­νε την α­ντί­στα­ση και θα ε­πα­νορ­γά­νω­νε τη συ­μπε­ρι­φο­ρά. Η οι­κο­νο­μι­κή στρα­τη­γι­κή αυ­τού του δόγ­μα­τος εί­ναι να δη­μιουρ­γή­σει τε­ρά­στιο έλ­λειμ­μα στην κοι­νω­νι­κή πρό­νοια και να ε­ξα­το­μι­κεύ­σει τη δια­δι­κα­σία πει­θάρ­χη­σης. Χρή­μα­τα, ερ­γα­σία, δι­καιώ­μα­τα, α­σφά­λι­ση και φι­λο­δο­ξίες γί­νο­νται ε­λεγ­χό­με­να και οι πο­λί­τες κα­λού­νται να βρουν ι­διω­τι­κή α­ντι­κα­τά­στα­ση για τις μέ­χρι σή­με­ρα δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σίες ή να α­πο­δε­χτούν ό­τι η ξαφ­νι­κή με­τα­στρο­φή εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα των α­μαρ­τιών και δι­κή τους ευ­θύ­νη. Οι συ­νέ­πειες δεν έ­χουν προ­η­γού­με­νο σε και­ρό ει­ρή­νης: 25% μείω­ση του Α­Ε­Π, 27% α­νερ­γία, 60% α­νερ­γία στους νέ­ους, αν­θρω­πι­στι­κή κρί­ση, τε­ρά­στια αύ­ξη­ση α­σθε­νειών, αυ­το­κτο­νίες, α­πο­τρέ­ψι­μοι θά­να­τοι, ά­νο­δος των ε­πι­θέ­σεων νε­ο­να­ζί σε με­τα­νά­στες, α­ρι­στε­ρούς, ο­μο­φυ­λό­φι­λους και ρο­μά.

Τα εγ­γό­νια της ι­στο­ρίας

Η δυ­στο­πία που πε­ρι­γρά­φε­ται το 2006 στην ται­νία «Τα παι­διά του αν­θρώ­που» του Αλφόν­σο Κουα­ρόν, εί­ναι μια α­κραία εκ­δο­χή της ελ­λη­νι­κής κα­τά­στα­σης. Η αν­θρω­πό­τη­τα βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πη με την ε­ξα­φά­νι­ση ύ­στε­ρα α­πό μια μα­κρά πε­ρίο­δο πα­γκό­σμιας α­γο­νίας. Η Βρε­τα­νία έ­χει κα­τα­κλυ­στεί α­πό πρό­σφυ­γες και έ­χει με­τα­τρα­πεί σε α­στυ­νο­μο­κρα­τού­με­νο κρά­τος με στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης και βίαιο πό­λε­μο με­τα­ξύ της κυ­βέρ­νη­σης και ο­μά­δων με­τα­να­στών. Η Κι, η μο­να­δι­κή έ­γκυος γυ­ναί­κα εν ζωή, συ­νο­δεύε­ται α­πό έ­ναν κρα­τι­κό α­ξιω­τού­χο και ρι­ζο­σπά­στες με­τα­νά­στες μέ­σα α­πό το πε­δίο της μά­χης και τα στρα­τό­πε­δα με προο­ρι­σμό τη θά­λασ­σα, ό­που έ­να πλοίο θα τη με­τα­φέ­ρει στο «σχέ­διο άν­θρω­πος» με στό­χο την α­να­τρο­πή της α­γο­νίας. Η Κι γεν­νά­ει σε έ­να δω­μά­τιο που της πα­ρέ­χει μια γυ­ναί­κα ρο­μά και τε­λι­κά τα κα­τα­φέρ­νει να φτά­σει ως το πλοίο, που ο­νο­μά­ζε­ται «Αύ­ριο», και την πι­θα­νό­τη­τα για λύ­τρω­ση.
Με τον ί­διο σχε­δόν τρό­πο, οι ελ­λη­νι­κές κυ­βερ­νή­σεις λι­τό­τη­τας χρη­σι­μο­ποίη­σαν τους με­τα­νά­στες και τις γυ­ναί­κες για να ε­πι­δεί­ξουν σκλη­ρό­τη­τα και ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θα­ρό­τη­τα. Κα­τά τη διάρ­κεια της προ­ε­κλο­γι­κής εκ­στρα­τείας του Μαΐου του 2012, οι υ­πουρ­γοί Υγείας και Δη­μό­σιας Τά­ξης ξε­κί­νη­σαν μια εκ­στρα­τεία να α­πο­μα­κρύ­νουν τους με­τα­νά­στες α­πό το κέ­ντρο της πό­λης, α­πο­κα­λώ­ντας τους «αν­θρώ­πι­να σκου­πί­δια» και κα­τη­γο­ρώ­ντας τους ό­τι δια­σπεί­ρουν με­τα­δι­δό­με­νες α­σθέ­νειες. Επρό­κει­το α­πλώς για μια πα­ρά­στα­ση, αυ­τοί που συ­νε­λή­φθη­σαν σύ­ντο­μα ξα­να­ε­πέ­στρε­ψαν στα ί­δια μέ­ρη. Η δε­ξιά κυ­βέρ­νη­ση που ε­ξε­λέ­γη τον Ιού­νιο του 2012 α­ντα­πο­κρί­θη­κε στην ευ­γε­νή υ­πό­σχε­ση να «α­να­κτή­σου­με» το κέ­ντρο της Αθή­νας α­πό τους «ει­σβο­λείς». Μό­λις πή­ρε την ε­ξου­σία, ξε­κί­νη­σε την εκ­στρα­τεία με το ό­νο­μα «Ξέ­νιος Δίας» για τη σύλ­λη­ψη και την α­πο­μά­κρυν­ση των με­τα­να­στών α­πό τις πό­λεις. Στρα­τό­πε­δα κρά­τη­σης που ο­νο­μά­στη­καν «κέ­ντρα υ­πο­δο­χής» ά­νοι­ξαν σε ό­λη την Ελλά­δα. Η ε­πο­νο­μα­σία της συ­γκέ­ντρω­σης με­τα­να­στών ως «ξέ­νιος (=φι­λό­ξε­νος)» μπο­ρεί να ε­ξη­γη­θεί εί­τε ως ά­γνοια του νοή­μα­τος της λέ­ξης εί­τε ως με­τα­μο­ντέρ­να ει­ρω­νεία.
Ξα­νά πριν τις ε­κλο­γές του Μαΐου του 2012, υ­πουρ­γοί ξε­κί­νη­σαν μια α­τι­μω­τι­κή εκ­στρα­τεία ε­νά­ντια σε ιε­ρό­δου­λες που «έ­μοια­ζαν ξέ­νες». Γυ­ναί­κες συ­νε­λή­φθη­σαν, υ­πέ­στη­σαν τε­στ για έιτζ και κρα­τή­θη­καν ε­νώ εκ­κε­ρε­μού­σε δί­κη για α­διευ­κρί­νι­στα ε­γκλή­μα­τα. Τα ο­νό­μα­τα και οι φω­το­γρα­φίες τους δη­μο­σιεύ­τη­καν σε ε­φη­με­ρί­δες και ι­στό­το­πους. Η πρα­κτι­κή αυ­τή α­ντέ­γρα­ψε την κα­κό­φη­μη Βρε­τα­νι­κή Διά­τα­ξη για Μο­λυ­σμα­τι­κές Νό­σους του 1860, που ε­πέ­τρε­πε τη σύλ­λη­ψη ιε­ρό­δου­λων και γυ­ναι­κών που κρί­νο­νταν α­σύ­δο­τες, ώ­στε να υ­πο­βλη­θούν σε υ­πο­χρεω­τι­κό τε­στ για α­φρο­δί­σια νο­σή­μα­τα και στη συ­νέ­χεια να φυ­λα­κι­στούν. Η ε­πι­χεί­ρη­ση αυ­τή του 19ου αιώ­να κα­τα­δι­κά­στη­κε πα­γκο­σμίως και συ­νέ­βα­λε στην ά­νο­δο του φε­μι­νι­σμού. Όπως σχο­λιά­ζει ω­μά η Τζοά­να Μπουρ­κ, «η νο­μο­θε­σία α­ντι­με­τώ­πι­σε τις γυ­ναί­κες εν συ­νό­λω σαν με­τα­δο­τι­κά ζώα και τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω, την ί­δια στιγ­μή που ταυ­το­ποιού­νταν ως τα πραγ­μα­τι­κά «πλά­σμα­τα χω­ρίς φω­νή» με τα­ξι­κούς ό­ρους»2.
Η σύγ­χρο­νη ε­πι­χεί­ρη­ση, δί­πλα στη διά­κρι­ση με βά­ση την τά­ξη και το φύ­λο πρό­σθε­σε και τη φυ­λή και α­πο­τε­λεί έ­να ντρο­πια­στι­κό σύμ­βο­λο του κυ­νι­σμού της ε­ξου­σίας. Υπο­τί­θε­ται ό­τι στό­χευε στην προ­στα­σία της «υ­γείας» του ελ­λη­νι­κού έ­θνους στο­χο­ποιώ­ντας, τα­πει­νώ­νο­ντας και τι­μω­ρώ­ντας φυ­λε­τι­κά «κα­τώ­τε­ρες» γυ­ναί­κες. Η κυ­βέρ­νη­ση διέ­σω­ζε τους άν­δρες α­πό ξέ­να αρ­πα­κτι­κά του σε­ξ, που στό­χευαν να κα­τα­στρέ­ψουν την ελ­λη­νι­κή δε­ξα­με­νή γε­νε­τι­κού υ­λι­κού. Όταν έ­γι­νε γνω­στό ό­τι σχε­δόν ό­λες οι κρα­τού­με­νες γυ­ναί­κες ή­ταν ελ­λη­νί­δες και οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές δεν ή­ταν ιε­ρό­δου­λες, η δη­μο­σιό­τη­τα πή­ρε την κα­τιού­σα. Το 19ο αιώ­να, οι γυ­ναί­κες της με­σαίας τά­ξης δια­δή­λω­ναν υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νες τις διω­κό­με­νες α­δελ­φές τους. Στον 21ο αιώ­να, μό­νο η Αρι­στε­ρά υ­πε­ρα­σπί­στη­κε την α­ξιο­πρέ­πεια και την ι­διω­τι­κό­τη­τα αυ­τών των γυ­ναι­κών. Στον ύ­στε­ρο κα­πι­τα­λι­σμό, οι πε­ρή­φα­νες φι­λε­λεύ­θε­ρες πα­ρα­δό­σεις ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν για χά­ρη των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων και ε­πι­βιώ­νουν μό­νο α­πό τους ρι­ζο­σπά­στες που δη­μιούρ­γη­σαν ε­ντα­τι­κές εκ­στρα­τείες αλ­λη­λεγ­γύης για τους πε­ρι­θω­ριο­ποιού­με­νους και τους διω­κό­με­νους.

Από την ου­το­πία στη δυ­στο­πία και πά­λι πί­σω

Ο Μι­σέλ Φου­κό, ο Ζιλ Ντε­λέζ και οΤζόρτ­ζιο Αγκά­μπεν έ­χουν ε­ξη­γή­σει πώς η ε­ξου­σία α­σκεί­ται ε­πί της ζωής. Η ά­σκη­ση αυ­τή ε­κτεί­νε­ται α­πό τα βά­θη της συ­νει­δη­τό­τη­τας στα σώ­μα­τα των α­τό­μων και ο­λό­κλη­ρων πλη­θυ­σμών, που στο­χο­ποιού­ντια στη βά­ση χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών ό­πως το φύ­λο, η φυ­λή, η υ­γεία, η η­λι­κία, το ε­πάγ­γελ­μα. Οι τε­χνο­λο­γίες συλ­λο­γι­κής ε­ξου­σίας υ­πο­βο­η­θού­νται α­πό «τε­χνο­λο­γίες του ε­αυ­τού». Ζη­τεί­ται α­πό τους αν­θρώ­πους να προ­σαρ­μό­σουν τη συ­μπε­ρι­φο­ρά τους μέ­σω πρα­κτι­κών αυ­το­βελ­τίω­σης και πει­θαρ­χίας στο ό­νο­μα της α­το­μι­κής ευ­τυ­χίας, υ­γείας, ε­πι­τυ­χίας και της συλ­λο­γι­κής ευη­με­ρίας. Ο βιο­πο­λι­τι­κός κα­πι­τα­λι­σμός πα­ρά­γει ό­χι μό­νο προϊό­ντα για υ­πο­κεί­με­να, αλ­λά και υ­πο­κεί­με­να, με πρώ­το και κύ­ριο το ε­λεύ­θε­ρο υ­πο­κεί­με­νο της ε­πι­θυ­μίας και των δι­καιω­μά­των. Ο ε­αυ­τός εί­ναι στό­χος και προϊόν δύο στρα­τη­γι­κώ­ν: Η πρώ­τη εγ­γρά­φει α­νά­γκες, ε­πι­θυ­μίες και προσ­δο­κίες στο ά­το­μο, κά­νο­ντάς το να αι­σθά­νε­ται ε­λεύ­θε­ρο, αυ­τό­νο­μο και δη­μιουρ­γι­κό. Μό­νο πει­θαρ­χη­μέ­νοι στο σύμ­βο­λο της ε­ξου­σίας α­πο­κτά­με το φα­ντα­σια­κό της ε­λευ­θε­ρίας. Η δεύ­τε­ρη α­σχο­λεί­ται με την α­ντο­χή των πλη­θυ­σμών και ε­φαρ­μό­ζει πο­λι­τι­κές γύ­ρω α­πό τις γεν­νή­σεις και το προσ­δό­κι­μο ζωής, τη σε­ξουα­λι­κό­τη­τα και την υ­γεία, την εκ­παί­δευ­ση και τη ε­ξά­σκη­ση, την ερ­γα­σία και τη δια­σκέ­δα­ση. Το ά­το­μο δεν εν­δια­φέ­ρει αυ­τή τη στρα­τη­γι­κή. Αυ­τή η δι­πλή εγ­γρα­φή έ­χει έ­να σκο­πό, την πει­θαρ­χία και τον έ­λεγ­χο της συ­μπε­ρι­φο­ράς. Η ε­ξου­σία εί­ναι α­διά­φο­ρη α­πέ­να­ντι στις ι­δέες: μπο­ρείς να εί­σαι κομ­μου­νι­στής, α­ναρ­χι­κός ή τρο­τσκι­στής, αρ­κεί η συ­μπε­ρι­φο­ρά σου να α­κο­λου­θεί την πε­ρι­γρα­φή.
Υπάρ­χει διέ­ξο­δος; Η ά­με­ση εν­σω­μά­τω­ση του ερ­γα­ζό­με­νου στην οι­κο­νο­μία του χρέ­ους εί­ναι η α­χίλ­λειος πτέρ­να του ύ­στε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού. Ο ερ­γά­της μπο­ρεί να α­πο­μα­κρυν­θεί ξαφ­νι­κά και βίαια, εάν έ­νας α­πό τους κρί­κους της α­λυ­σί­δας της εν­σω­μά­τω­σης σπά­σει. Αυ­τό μπο­ρεί να συμ­βεί α­πό ξαφ­νι­κή α­πώ­λεια της ερ­γα­σίας, ση­μα­ντι­κή α­πο­διορ­γά­νω­ση των συν­θη­κών ζωής ή των προσ­δο­κιών, σύγ­χυ­ση των ε­πι­θυ­μιών και των υ­πο­σχέ­σεων. Αυ­τό α­κρι­βώς ε­πι­τυγ­χά­νουν οι δια­μαρ­τυ­ρίες και οι ε­ξε­γέρ­σεις σε ό­λο τον κό­σμο α­πό την Τα­χρίρ ως το Σύ­νταγ­μα και την Τα­ξίμ. Η α­ντί­στα­ση α­πο­διαρ­θρώ­νει ταυ­τό­τη­τες α­πό τον κύ­κλο ε­πι­θυ­μία – κα­τα­νά­λω­ση – σύγ­χυ­ση και βο­η­θά στην α­νά­δυ­ση α­πεί­θαρ­χων υ­πο­κει­μέ­νων. Όταν η ζωή γί­νε­ται α­βίω­τη και η υ­πο­τα­γή δεν α­ντέ­χε­ται, η άρ­νη­ση να υ­πα­κού­σεις το νό­μο και τις πο­λι­τι­κές και η α­να­κά­λυ­ψη νέων μορ­φών α­ντί­στα­σης με­τα­τρέ­πει την α­νυ­πα­κοή σε «πο­λι­τι­κό βά­πτι­σμα». Απε­λευ­θε­ρώ­νει το υ­πο­κεί­με­νο α­πό την πα­ρη­γο­ρία της κα­νο­νι­κό­τη­τας και το μού­δια­σμα της κα­νο­νι­κο­ποίη­σης. Στην Ελλά­δα, το βά­πτι­σμα της α­ντί­στα­σης κι­νή­θη­κε πο­λύ τα­χύ­τε­ρα α­πό ό,τι σε άλ­λες χώ­ρες - στό­χους της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης λι­τό­τη­τας3.
Στη «Φυ­γή του Λό­γκαν», αυ­τοί που συ­νει­δη­το­ποιού­σαν ό­τι η «α­να­γέν­νη­ση» του κα­ρου­ζέλ ή­ταν έ­να τέ­χνα­σμα που ο­δη­γού­σε σε μα­ζι­κή ε­ξό­ντω­ση, διέ­φευ­γαν α­πό την πό­λη. Γί­νο­νταν «δρο­μείς» που α­να­ζη­τού­σαν έ­να «ιε­ρό» πέ­ρα α­πό την πό­λη. Κα­τα­διώ­κο­νταν α­πό ει­δι­κούς α­στυ­νο­μι­κούς με το ό­νο­μα «Μορ­φέ­ας», ε­ξου­σιο­δο­τη­μέ­νους να ε­ξο­ντώ­νουν. Ο Λό­γκαν, έ­νας Μορ­φέ­ας που κα­τα­δίω­κε έ­να δρο­μέα, συ­νει­δη­το­ποιεί ό­τι δεν υ­πάρ­χει ιε­ρό και ε­πι­στρέ­φει στη α­πο­μο­νω­μέ­νη πό­λη, την ο­ποία ο­δη­γεί στην κα­τάρ­ρευ­ση με τους πο­λί­τες της να α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­νται στον έ­ξω κό­σμο.
Η νο­τιο­ευ­ρω­παϊκή ου­το­πία έ­γι­νε δυ­στο­πία της α­νερ­γίας, της φτώ­χειας, της αρ­ρώ­στειας και της αυ­το­κτο­νίας. Όπως και για τον Λό­γκαν και την Κι, η μό­νη α­πά­ντη­ση εί­ναι η δια­φυ­γή, η έ­ξο­δος α­πό τον ψευ­δή πα­ρά­δει­σο της υ­πα­κοής, της κα­τα­να­λω­τι­κής ευ­τυ­χίας και α­πό την κα­τά­στα­ση έ­κτα­κτης α­νά­γκης των στρα­το­πέ­δων, των δυ­νά­μεων κα­τα­στο­λής και του α­κή­ρυ­χτου πο­λέ­μου ε­νά­ντια στην πλειο­ψη­φία του πλη­θυ­σμού.
Οι ου­το­πίες σύ­ντο­μα με­τα­τρέ­πο­νται σε δυ­στο­πίες, διό­τι η «α­λή­θεια» τους α­πο­κα­λύ­πτε­ται ως το μοι­ραίο ε­λάτ­τω­μά τους. Οι δυ­στο­πίες, α­πό την άλ­λη, εί­ναι έ­να γό­νι­μο έ­δα­φος για α­νυ­πα­κοή και α­ντί­στα­ση. Οι Έλλη­νες εί­δαν πέ­ρα α­πό το μύ­θο της «ευ­τυ­χίας». Αν συ­νε­χί­σουν στο δρό­μο της α­ντί­στα­σης, δύ­σκο­λο και γε­μά­το συ­γκρού­σεις μο­νο­πά­τι που διά­νυ­σαν ή­δη για πο­λύ, η Ευ­ρώ­πη μπο­ρεί α­κό­μα να δια­σω­θεί.

Ση­μειώ­σεις
1. Christian Marazzi, «The Violence of Financial Capitalism» (Los Angeles, Semiotext(e), 2007), 40.
2. Joanna Bourke, «What it Means to be Human» (Virago, 2012), 98.
3. Costas Douzinas, «Philosophy and Resistance in the Crisis» (Polity, 2013).

* Το άρ­θρο δη­μο­σιεύ­θη­κε στον «Guardian», στις 16 Δε­κέμ­βρη.

Εφημερίδα "Η Εποχή", 22/12/2013