του Κώστα Δουζίνα*
Η ταινία του Μάικλ Άντερσον «Η φυγή του Λόγκαν» (1976) ξεκινάει με αυτά τα λόγια: «Κάπου στον 23ο αιώνα, οι επιζώντες ενός πολέμου, ο υπερπληθυσμός και η μόλυνση ζουν σε μια μεγάλη πόλη κλεισμένη σε θόλο, απομονωμένοι από τον ξεχασμένο έξω κόσμο. Εδώ, σε έναν οικολογικά ελεγχόμενο κόσμο, το ανθρώπινο είδος ζει μόνο για την ευχαρίστηση, απελευθερωμένο χάρη στις μηχανές που του παρέχουν τα πάντα. Υπάρχει μόνο μια παγίδα: η ζωή πρέπει να τελειώσει στα τριάντα, εκτός κι αν ξαναγεννηθεί στην πύρινη τελετή του καρουζέλ.»
Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι μια περιγραφή της ουτοπίας: μια κοινωνία αποκλεισμένη από τον απειλητικό έξω κόσμο, που ζει απομονωμένη στην ειρήνη και την αφθονία. Δεν υπάρχουν συγκρούσεις, οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, τίποτα δεν παρενοχλεί την ύπαρξή τους, οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους ικανοποιούνται πλήρως. Οι άνθρωποι μπορούν να καλέσουν σεξουαλικούς παρτενέρ ή να επισκεφτούν δωμάτια οργίων, αλλά δεν μπορούν να συνάψουν μακροχρόνιες σχέσεις.
Όπως συνηθίζεται, κάθε ουτοπία έχει και κάποιο ελάττωμα που την μετατρέπει σε δυστοπία. Οι κάτοικοι της θολωτής πόλης διαβιούν υπό την αίρεση ότι η ζωή θα «ανανεωθεί» στην ηλικία των 30 ετών. Τους έχουν εμφυτευθεί «βιο-ρολόγια», που αλλάζουν χρώμα, καθώς η ηλικία τους αυξάνεται και ετοιμάζονται για την «τελευταία μέρα» των τριακοστών γενεθλίων τους. Καθώς συγκεντρώνονται στο «καρουζέλ» για να ξαναγεννηθούν, εξοντώνονται.
Δανείσου και ξόδευε
Η «ουτοπία» της κοσμοπολίτικης ειρήνης, της παγκόσμιας συνεργασίας και της ζωής εν αφθονία ήταν η υπόσχεση του «τέλους της ιστορίας», το 1989. Θα επιτυγχάνονταν με μια νέα διαπλοκή μεταξύ του ιδιωτικού συμφέροντος, της ελεύθερης επιλογής και του κοινού καλού. Έπειτα από τη φυγή της βιομηχανίας και της γεωργίας προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο, το χρέος να καταναλώνουμε έγινε η νέα αναπτυξιακή στρατηγική της Δύσης. Η χρέωση και ο καταναλωτισμός ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα και το υπέρτατο υπαρξιακό δίλημμα ήταν «iPhone ή Βlackberry;». Και τα δύο ήταν προσιτά μέσω της ατελείωτης πίστωσης που είχαμε στη διάθεσή μας. Οι οικονομίες μιας ζωής μετατράπηκαν σε χρηματοπιστωτικά «προϊόντα», οι εργαζόμενοι έγιναν κάτοχοι μετοχών άμεσα ή μέσω των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δαπανών τους. Ο χρεωμένος εργαζόμενος, με μικρές μετοχές στο ενεργητικό του, αποδέχτηκε την επιλογή του καταναλωτή και την προσωπική ευθύνη ως τα κύρια κριτήρια της επιτυχίας.
Τα αυξανόμενα ατομικά και καταναλωτικά δικαιώματα βάθυναν περαιτέρω την κοινωνικο-οικονομική ολοκλήρωση. Η κυρίαρχη ιδεολογία διακήρυττε ότι κάθε επιθυμία μπορεί να ανακηρυχθεί σε δικαίωμα, κάθε «θέλω το τάδε» μπορεί να γίνει «έχω δικαίωμα στο τάδε». Τα συμφέροντα των εργαζομένων άρχισαν σταδιακά να προσιδιάζουν σε αυτά των καπιταλιστών, παρά τη διαφορά στα εισοδήματά τους που μεγάλωνε φτάνοντας σε σημείο δίχως προηγούμενο. Τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια έδειξαν ότι ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έπρεπε να «επενδύσει στην ίδια τη ζωή των ανθρώπων που δεν μπορούν να παράσχουν καμία εγγύηση και έχουν να προσφέρουν μόνο τον ίδιο τον εαυτό τους»1.
Το μήνυμα ήταν σαφές: Επένδυσε τα χρήματά σου σε μετοχές και δανείσου, ξόδεψε και ευτύχησε. Θυμάμαι κάποτε ένας έλληνας τραπεζίτης με παρότρυνε να αγοράσω ένα συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό «προϊόν», που ονομαζόταν «ρέπος», γιατί ήταν μια «ασφαλής επένδυση με υψηλή απόδοση». Τον ρώτησα τι ήταν αυτά τα «ρέπος», αλλά ήταν ασαφής. Όταν πρόσθεσα ότι δεν κατέχω μετοχές ή μερίδια, ήταν δύσπιστος: «Νόμιζα ότι είσαι έξυπνος τύπος, αφού είσαι διδάκτωρ στο Λονδίνο. Δεν είμαι πλέον σίγουρος». Διακεκριμένη κατανάλωση ήταν η υπόσχεση του νεοφιλελεύθερου ονείρου. Εύκολα και φτηνά δάνεια, επιβράβευση για κερδοσκοπία στην αγορά, γρήγορη αύξηση των αξιών των ακινήτων, όλα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής και κριτήρια κοινωνικής κινητικότητας και ατομικής ευημερίας. Το ηθικό πρόσταγμα της περιόδου ήταν: «να χαίρεσαι», «να αγοράζεις», «να ζεις την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία σου». «Αναγκαστική απόλαυση» ήταν το σύνθημα αυτής της πολιτικής.
Η Ελλάδα στην πρωτοπορία της φθοράς
Η Ελλάδα αποτελεί περίπτωση – εγχειρίδιο για τη σύνθετη περιπλοκή του ελέγχου του πληθυσμού και της πειθάρχησης του ατόμου μέσω της κατ’ επίφαση προώθησης της ελευθερίας. Μετά την είσοδο στην ευρωζώνη, το προωθούμενο από την κυβέρνηση σύνθημα «κατανάλωση και ηδονισμός» έγινε ο κυρίαρχος δρόμος για την επιτυχία. Η διαταραγμένη οικονομική ανάπτυξη, που βασίστηκε στο δανεισμό και τη χρηματοπιστωτική φούσκα, έλαβε τέλος το 2008. Τα μέτρα λιτότητας αντέστρεψαν τις προτεραιότητες, επιβάλλοντας μια καινοτόμα και βάρβαρη διαχείριση του πληθυσμού και του ατόμου. Η «διάσωση» της Ελλάδας προτείνεται ως δημοσιονομική «πειθαρχία». Οι περικοπές των δημοσίων δαπανών, η αύξηση των φόρων και οι ιδιωτικοποιήσεις είναι τα εργαλεία. Οι πολίτες άκουγαν διαρκώς για περίπου είκοσι χρόνια ότι η κύρια έγνοια της εξουσίας είναι η οικονομική επιτυχία και ευτυχία του ατόμου. Τώρα οι προηγούμενες πολιτικές ανατράπηκαν. Η πολιτική της προσωπικής επιθυμίας και ευχαρίστησης εγκαταλείφθηκε για τη στρατηγική διάσωσης του έθνους, εγκαταλείποντας αυτούς που το απαρτίζουν. Ο πληθυσμός είναι τα πάντα, το άτομο τίποτα. Η αναγκαστική ατομική ευχαρίστηση μετατράπηκε σε απαγόρευση της ευχαρίστησης.
Σε συλλογικό επίπεδο, η λιτότητα χωρίζει τον πληθυσμό σύμφωνα με την εργασία, την ηλικία, οικονομικά και έμφυλα κριτήρια και τις απαιτήσεις των ατόμων, για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας και ανταγωνιστικότητας. Τα μέτρα καλύπτουν όλη τη γκάμα της ζωής, από τη βασική κατανάλωση τροφής μέχρι την υγεία, τη μόρφωση, τη δουλειά και τη διασκέδαση. Ζητείται από τους πολίτες να αντιστοιχήσουν τη συμπεριφορά τους με τις «ανάγκες» του έθνους και να υπόκεινται σε εξαντλητικούς ελέγχους με στόχο την ανάκαμψη της «κοινωνικής υγείας». Η αλλαγή συμπεριφοράς αρχικά ζητήθηκε από τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, αλλά τελικά διευρύνθηκε σε όλους. Κάθε νέο κύμα λιτότητας διεύρυνε τα μέτρα σε όλο και ευρύτερες ομάδες πληθυσμού, ωθώντας στο μάτι του κυκλώνα τη μεσαία τάξη με τεράστια φορολογία περιουσίας.
Οι στρατηγικές πλήθους έπρεπε να υποβοηθηθούν με εντατικές παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο. Είκοσι χρόνια ηδονισμού έπρεπε να τελειώσουν ταχύτατα. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, επιβλήθηκε μια ακραία εκδοχή του «δόγματος του σοκ», με την ελπίδα ότι η βίαιη εισαγωγή της λιτότητας θα μείωνε την αντίσταση και θα επανοργάνωνε τη συμπεριφορά. Η οικονομική στρατηγική αυτού του δόγματος είναι να δημιουργήσει τεράστιο έλλειμμα στην κοινωνική πρόνοια και να εξατομικεύσει τη διαδικασία πειθάρχησης. Χρήματα, εργασία, δικαιώματα, ασφάλιση και φιλοδοξίες γίνονται ελεγχόμενα και οι πολίτες καλούνται να βρουν ιδιωτική αντικατάσταση για τις μέχρι σήμερα δημόσιες υπηρεσίες ή να αποδεχτούν ότι η ξαφνική μεταστροφή είναι το αποτέλεσμα των αμαρτιών και δική τους ευθύνη. Οι συνέπειες δεν έχουν προηγούμενο σε καιρό ειρήνης: 25% μείωση του ΑΕΠ, 27% ανεργία, 60% ανεργία στους νέους, ανθρωπιστική κρίση, τεράστια αύξηση ασθενειών, αυτοκτονίες, αποτρέψιμοι θάνατοι, άνοδος των επιθέσεων νεοναζί σε μετανάστες, αριστερούς, ομοφυλόφιλους και ρομά.
Τα εγγόνια της ιστορίας
Η δυστοπία που περιγράφεται το 2006 στην ταινία «Τα παιδιά του ανθρώπου» του Αλφόνσο Κουαρόν, είναι μια ακραία εκδοχή της ελληνικής κατάστασης. Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την εξαφάνιση ύστερα από μια μακρά περίοδο παγκόσμιας αγονίας. Η Βρετανία έχει κατακλυστεί από πρόσφυγες και έχει μετατραπεί σε αστυνομοκρατούμενο κράτος με στρατόπεδα συγκέντρωσης και βίαιο πόλεμο μεταξύ της κυβέρνησης και ομάδων μεταναστών. Η Κι, η μοναδική έγκυος γυναίκα εν ζωή, συνοδεύεται από έναν κρατικό αξιωτούχο και ριζοσπάστες μετανάστες μέσα από το πεδίο της μάχης και τα στρατόπεδα με προορισμό τη θάλασσα, όπου ένα πλοίο θα τη μεταφέρει στο «σχέδιο άνθρωπος» με στόχο την ανατροπή της αγονίας. Η Κι γεννάει σε ένα δωμάτιο που της παρέχει μια γυναίκα ρομά και τελικά τα καταφέρνει να φτάσει ως το πλοίο, που ονομάζεται «Αύριο», και την πιθανότητα για λύτρωση.
Με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, οι ελληνικές κυβερνήσεις λιτότητας χρησιμοποίησαν τους μετανάστες και τις γυναίκες για να επιδείξουν σκληρότητα και ιδεολογική καθαρότητα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Μαΐου του 2012, οι υπουργοί Υγείας και Δημόσιας Τάξης ξεκίνησαν μια εκστρατεία να απομακρύνουν τους μετανάστες από το κέντρο της πόλης, αποκαλώντας τους «ανθρώπινα σκουπίδια» και κατηγορώντας τους ότι διασπείρουν μεταδιδόμενες ασθένειες. Επρόκειτο απλώς για μια παράσταση, αυτοί που συνελήφθησαν σύντομα ξαναεπέστρεψαν στα ίδια μέρη. Η δεξιά κυβέρνηση που εξελέγη τον Ιούνιο του 2012 ανταποκρίθηκε στην ευγενή υπόσχεση να «ανακτήσουμε» το κέντρο της Αθήνας από τους «εισβολείς». Μόλις πήρε την εξουσία, ξεκίνησε την εκστρατεία με το όνομα «Ξένιος Δίας» για τη σύλληψη και την απομάκρυνση των μεταναστών από τις πόλεις. Στρατόπεδα κράτησης που ονομάστηκαν «κέντρα υποδοχής» άνοιξαν σε όλη την Ελλάδα. Η επονομασία της συγκέντρωσης μεταναστών ως «ξένιος (=φιλόξενος)» μπορεί να εξηγηθεί είτε ως άγνοια του νοήματος της λέξης είτε ως μεταμοντέρνα ειρωνεία.
Ξανά πριν τις εκλογές του Μαΐου του 2012, υπουργοί ξεκίνησαν μια ατιμωτική εκστρατεία ενάντια σε ιερόδουλες που «έμοιαζαν ξένες». Γυναίκες συνελήφθησαν, υπέστησαν τεστ για έιτζ και κρατήθηκαν ενώ εκκερεμούσε δίκη για αδιευκρίνιστα εγκλήματα. Τα ονόματα και οι φωτογραφίες τους δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και ιστότοπους. Η πρακτική αυτή αντέγραψε την κακόφημη Βρετανική Διάταξη για Μολυσματικές Νόσους του 1860, που επέτρεπε τη σύλληψη ιερόδουλων και γυναικών που κρίνονταν ασύδοτες, ώστε να υποβληθούν σε υποχρεωτικό τεστ για αφροδίσια νοσήματα και στη συνέχεια να φυλακιστούν. Η επιχείρηση αυτή του 19ου αιώνα καταδικάστηκε παγκοσμίως και συνέβαλε στην άνοδο του φεμινισμού. Όπως σχολιάζει ωμά η Τζοάνα Μπουρκ, «η νομοθεσία αντιμετώπισε τις γυναίκες εν συνόλω σαν μεταδοτικά ζώα και τίποτα παραπάνω, την ίδια στιγμή που ταυτοποιούνταν ως τα πραγματικά «πλάσματα χωρίς φωνή» με ταξικούς όρους»2.
Η σύγχρονη επιχείρηση, δίπλα στη διάκριση με βάση την τάξη και το φύλο πρόσθεσε και τη φυλή και αποτελεί ένα ντροπιαστικό σύμβολο του κυνισμού της εξουσίας. Υποτίθεται ότι στόχευε στην προστασία της «υγείας» του ελληνικού έθνους στοχοποιώντας, ταπεινώνοντας και τιμωρώντας φυλετικά «κατώτερες» γυναίκες. Η κυβέρνηση διέσωζε τους άνδρες από ξένα αρπακτικά του σεξ, που στόχευαν να καταστρέψουν την ελληνική δεξαμενή γενετικού υλικού. Όταν έγινε γνωστό ότι σχεδόν όλες οι κρατούμενες γυναίκες ήταν ελληνίδες και οι περισσότερες από αυτές δεν ήταν ιερόδουλες, η δημοσιότητα πήρε την κατιούσα. Το 19ο αιώνα, οι γυναίκες της μεσαίας τάξης διαδήλωναν υπερασπιζόμενες τις διωκόμενες αδελφές τους. Στον 21ο αιώνα, μόνο η Αριστερά υπερασπίστηκε την αξιοπρέπεια και την ιδιωτικότητα αυτών των γυναικών. Στον ύστερο καπιταλισμό, οι περήφανες φιλελεύθερες παραδόσεις εγκαταλείφθηκαν για χάρη των νεοφιλελεύθερων και επιβιώνουν μόνο από τους ριζοσπάστες που δημιούργησαν εντατικές εκστρατείες αλληλεγγύης για τους περιθωριοποιούμενους και τους διωκόμενους.
Από την ουτοπία στη δυστοπία και πάλι πίσω
Ο Μισέλ Φουκό, ο Ζιλ Ντελέζ και οΤζόρτζιο Αγκάμπεν έχουν εξηγήσει πώς η εξουσία ασκείται επί της ζωής. Η άσκηση αυτή εκτείνεται από τα βάθη της συνειδητότητας στα σώματα των ατόμων και ολόκληρων πληθυσμών, που στοχοποιούντια στη βάση χαρακτηριστικών όπως το φύλο, η φυλή, η υγεία, η ηλικία, το επάγγελμα. Οι τεχνολογίες συλλογικής εξουσίας υποβοηθούνται από «τεχνολογίες του εαυτού». Ζητείται από τους ανθρώπους να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους μέσω πρακτικών αυτοβελτίωσης και πειθαρχίας στο όνομα της ατομικής ευτυχίας, υγείας, επιτυχίας και της συλλογικής ευημερίας. Ο βιοπολιτικός καπιταλισμός παράγει όχι μόνο προϊόντα για υποκείμενα, αλλά και υποκείμενα, με πρώτο και κύριο το ελεύθερο υποκείμενο της επιθυμίας και των δικαιωμάτων. Ο εαυτός είναι στόχος και προϊόν δύο στρατηγικών: Η πρώτη εγγράφει ανάγκες, επιθυμίες και προσδοκίες στο άτομο, κάνοντάς το να αισθάνεται ελεύθερο, αυτόνομο και δημιουργικό. Μόνο πειθαρχημένοι στο σύμβολο της εξουσίας αποκτάμε το φαντασιακό της ελευθερίας. Η δεύτερη ασχολείται με την αντοχή των πληθυσμών και εφαρμόζει πολιτικές γύρω από τις γεννήσεις και το προσδόκιμο ζωής, τη σεξουαλικότητα και την υγεία, την εκπαίδευση και τη εξάσκηση, την εργασία και τη διασκέδαση. Το άτομο δεν ενδιαφέρει αυτή τη στρατηγική. Αυτή η διπλή εγγραφή έχει ένα σκοπό, την πειθαρχία και τον έλεγχο της συμπεριφοράς. Η εξουσία είναι αδιάφορη απέναντι στις ιδέες: μπορείς να είσαι κομμουνιστής, αναρχικός ή τροτσκιστής, αρκεί η συμπεριφορά σου να ακολουθεί την περιγραφή.
Υπάρχει διέξοδος; Η άμεση ενσωμάτωση του εργαζόμενου στην οικονομία του χρέους είναι η αχίλλειος πτέρνα του ύστερου καπιταλισμού. Ο εργάτης μπορεί να απομακρυνθεί ξαφνικά και βίαια, εάν ένας από τους κρίκους της αλυσίδας της ενσωμάτωσης σπάσει. Αυτό μπορεί να συμβεί από ξαφνική απώλεια της εργασίας, σημαντική αποδιοργάνωση των συνθηκών ζωής ή των προσδοκιών, σύγχυση των επιθυμιών και των υποσχέσεων. Αυτό ακριβώς επιτυγχάνουν οι διαμαρτυρίες και οι εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο από την Ταχρίρ ως το Σύνταγμα και την Ταξίμ. Η αντίσταση αποδιαρθρώνει ταυτότητες από τον κύκλο επιθυμία – κατανάλωση – σύγχυση και βοηθά στην ανάδυση απείθαρχων υποκειμένων. Όταν η ζωή γίνεται αβίωτη και η υποταγή δεν αντέχεται, η άρνηση να υπακούσεις το νόμο και τις πολιτικές και η ανακάλυψη νέων μορφών αντίστασης μετατρέπει την ανυπακοή σε «πολιτικό βάπτισμα». Απελευθερώνει το υποκείμενο από την παρηγορία της κανονικότητας και το μούδιασμα της κανονικοποίησης. Στην Ελλάδα, το βάπτισμα της αντίστασης κινήθηκε πολύ ταχύτερα από ό,τι σε άλλες χώρες - στόχους της νεοφιλελεύθερης λιτότητας3.
Στη «Φυγή του Λόγκαν», αυτοί που συνειδητοποιούσαν ότι η «αναγέννηση» του καρουζέλ ήταν ένα τέχνασμα που οδηγούσε σε μαζική εξόντωση, διέφευγαν από την πόλη. Γίνονταν «δρομείς» που αναζητούσαν ένα «ιερό» πέρα από την πόλη. Καταδιώκονταν από ειδικούς αστυνομικούς με το όνομα «Μορφέας», εξουσιοδοτημένους να εξοντώνουν. Ο Λόγκαν, ένας Μορφέας που καταδίωκε ένα δρομέα, συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει ιερό και επιστρέφει στη απομονωμένη πόλη, την οποία οδηγεί στην κατάρρευση με τους πολίτες της να απελευθερώνονται στον έξω κόσμο.
Η νοτιοευρωπαϊκή ουτοπία έγινε δυστοπία της ανεργίας, της φτώχειας, της αρρώστειας και της αυτοκτονίας. Όπως και για τον Λόγκαν και την Κι, η μόνη απάντηση είναι η διαφυγή, η έξοδος από τον ψευδή παράδεισο της υπακοής, της καταναλωτικής ευτυχίας και από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης των στρατοπέδων, των δυνάμεων καταστολής και του ακήρυχτου πολέμου ενάντια στην πλειοψηφία του πληθυσμού.
Οι ουτοπίες σύντομα μετατρέπονται σε δυστοπίες, διότι η «αλήθεια» τους αποκαλύπτεται ως το μοιραίο ελάττωμά τους. Οι δυστοπίες, από την άλλη, είναι ένα γόνιμο έδαφος για ανυπακοή και αντίσταση. Οι Έλληνες είδαν πέρα από το μύθο της «ευτυχίας». Αν συνεχίσουν στο δρόμο της αντίστασης, δύσκολο και γεμάτο συγκρούσεις μονοπάτι που διάνυσαν ήδη για πολύ, η Ευρώπη μπορεί ακόμα να διασωθεί.
Σημειώσεις
1. Christian Marazzi, «The Violence of Financial Capitalism» (Los Angeles, Semiotext(e), 2007), 40.
2. Joanna Bourke, «What it Means to be Human» (Virago, 2012), 98.
3. Costas Douzinas, «Philosophy and Resistance in the Crisis» (Polity, 2013).
* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον «Guardian», στις 16 Δεκέμβρη.
Εφημερίδα "Η Εποχή", 22/12/2013

