Η ελληνική φορολογική δομή χαρακτηρίζεται από έντονη και διαχρονικά αυξανόμενη εξάρτηση από την έμμεση φορολογία, σε βαθμό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα στοιχεία αυτά καταγράφονται στο Ενημερωτικό Σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, «Οι επιπτώσεις μεταβολών του ΦΠΑ στην Ελλάδα: Οικονομία, Κοινωνία, Επιχειρήσεις», το οποίο εξετάζει τον ρόλο του ΦΠΑ στο ελληνικό φορολογικό σύστημα και τις επιπτώσεις των επιλογών φορολογικής πολιτικής.
Με βάση τη μελέτη, το 2023, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα ανήλθαν στο 17,3% του ΑΕΠ, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ-27 διαμορφώθηκε στο 13,0% του ΑΕΠ. Η απόσταση αυτή αποτυπώνει ένα βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού φορολογικού συστήματος, τη σημαντικά μεγαλύτερη βαρύτητα που έχει η φορολόγηση της κατανάλωσης στη χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων, κάτι που θέτει δυσκολίες σε κάθε κίνηση επιλεκτικής μείωσης των συντελεστών, ειδικά εν όψει ενός κρίσιμου εκλογικού κύκλου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα ως προς τη σύνθεση των συνολικών φορολογικών εσόδων. Το 2023, οι έμμεσοι φόροι αντιπροσώπευαν το 44,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα, έναντι 33,2% κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27. Η απόκλιση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνιστά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού φορολογικού συστήματος.
Η απόσταση από την Ευρώπη διευρύνεται
Η διαχρονική εξέλιξη ενισχύει ακόμη περισσότερο τη διαπίστωση. Κατά την περίοδο 2013–2023, το μερίδιο των έμμεσων φόρων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες (European Commission, 2025a).
Με άλλα λόγια, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται μια τάση περιορισμού της σχετικής βαρύτητας της έμμεσης φορολογίας, στην Ελλάδα η τάση είναι αντίστροφη. Η φορολογική δομή μετατοπίζεται περισσότερο προς φόρους που επιβαρύνουν την κατανάλωση, ενισχύοντας τη σημασία του ΦΠΑ και των λοιπών έμμεσων φόρων ως βασικών πηγών δημοσίων εσόδων.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και από κοινωνική σκοπιά. Οι έμμεσοι φόροι παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα ως προς την εισπραξιμότητα και τη σταθερότητα των δημοσίων εσόδων, δεν διαθέτουν όμως την ίδια αναδιανεμητική ακρίβεια με τους άμεσους φόρους. Η επιβάρυνση μέσω της κατανάλωσης δεν συνδέεται άμεσα με το εισόδημα του φορολογουμένου και, επομένως, μπορεί να επηρεάζει αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Περιορισμένος ο ρόλος των άμεσων φόρων
Στον αντίποδα της υψηλής συμμετοχής της έμμεσης φορολογίας, οι άμεσοι φόροι εμφανίζουν στην Ελλάδα συγκριτικά περιορισμένη συμβολή. Το 2023 ανήλθαν στο 10,4% του ΑΕΠ, καταλαμβάνοντας τη 16η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως ποσοστό των συνολικών φορολογικών εσόδων περιορίστηκαν στο 26,8%, έναντι 34,2% κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27 (European Commission, 2025a).
Η εικόνα αυτή έχει άμεση σχέση με την αναδιανεμητική λειτουργία της φορολογίας. Οι άμεσοι φόροι εισοδήματος αποτελούν το κατεξοχήν εργαλείο προοδευτικής φορολόγησης και μπορούν να συμβάλουν περισσότερο στη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Η περιορισμένη συμμετοχή τους στο ελληνικό φορολογικό μείγμα, συνεπώς, περιορίζει και τη δυνατότητα της φορολογικής πολιτικής να επιτελέσει έναν ισχυρότερο αναδιανεμητικό ρόλο, αυξάνοντας τη σημασία των κοινωνικών δαπανών για την επίτευξη αναδιανεμητικών αποτελεσμάτων (Atkinson & Stiglitz, 2015· OECD, 2024).
Ένα πιο «συντηρητικό» μοντέλο πολιτικής ΦΠΑ
Η συγκεκριμένη εικόνα συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο έχει σχεδιαστεί η ελληνική πολιτική ΦΠΑ. Το Ενημερωτικό Σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ αναλύει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ΦΠΑ που διαμορφώνουν οι Οδηγίες (ΕΕ) 2020/285 και (ΕΕ) 2022/542, οι οποίες διευρύνουν ουσιωδώς τη διακριτική ευχέρεια των κρατών-μελών στον σχεδιασμό της πολιτικής ΦΠΑ.
Η διεύρυνση αυτή δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για διαφοροποιήσεις στους συντελεστές και για την αξιοποίηση του ΦΠΑ όχι μόνο ως μηχανισμού άντλησης εσόδων, αλλά και ως εργαλείου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση φαίνεται να αξιοποιεί αυτές τις δυνατότητες με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Συνολικά, η ελληνική πολιτική ΦΠΑ εμφανίζει χαρακτηριστικά συντηρητικού φορολογικού σχεδιασμού. Η προτεραιότητα στη δημοσιονομική σταθερότητα και στην αποφυγή βραχυπρόθεσμων απωλειών εσόδων περιορίζει τη χρήση του ΦΠΑ ως ενεργού εργαλείου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, παρά τα αυξημένα περιθώρια διαφοροποίησης που παρέχει πλέον το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Σταθερότητα εσόδων έναντι αναδιανομής
Το αποτέλεσμα είναι ένα φορολογικό σύστημα που έχει βελτιώσει την εισπρακτική του αποτελεσματικότητα, εξακολουθεί όμως να στηρίζεται σε υψηλούς συντελεστές και εκτεταμένη έμμεση φορολόγηση. Η επιλογή αυτή ενισχύει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των δημοσίων εσόδων, περιορίζει όμως την αναδιανεμητική ακρίβεια της φορολογίας.
Η διεθνής βιβλιογραφία υπογραμμίζει την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων (Mirrlees et al., 2010, 2011· OECD, 2024). Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει, αντίθετα, μια σταδιακή μετατόπιση προς την έμμεση φορολογία. Η αύξηση της συμμετοχής των έμμεσων φόρων την τελευταία δεκαετία, σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη συμμετοχή των άμεσων φόρων, αντανακλά μια φορολογική στρατηγική που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα και την εισπραξιμότητα των δημοσίων εσόδων και μικρότερη στη διανεμητική λειτουργία της φορολογίας (Atkinson & Stiglitz, 2015).
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη ημέρα
Η σύνθεση άμεσων και έμμεσων φόρων στην Ελλάδα δεν αποτελεί, επομένως, απλώς μια στατιστική διαφοροποίηση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αποτυπώνει μια διαφορετική στρατηγική φορολογικής πολιτικής, στην οποία η έμμεση φορολογία και ειδικότερα ο ΦΠΑ κατέχουν κεντρική θέση.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπως αναδεικνύει το Ενημερωτικό Σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, προσφέρει πλέον στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό του ΦΠΑ. Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο εάν υπάρχουν περιθώρια αλλαγών στους συντελεστές, αλλά κατά πόσο η Ελλάδα θα επιλέξει να αξιοποιήσει αυτή την ευελιξία ώστε ο ΦΠΑ να υπηρετεί, παράλληλα με τη δημοσιονομική σταθερότητα, και ευρύτερους στόχους οικονομικής αποτελεσματικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και περιορισμού των ανισοτήτων.

