23 Μαρτίου 2024

Παλιές ταινίες: Πόσα χαστούκια «αντέχει» η πολιτική ορθότητα;

Στη σκηνή όπου οι καθηγητές «σωφρονίζουν» τις μαθήτριες στην ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» δίνονται 15 χαστούκια, με την αρχή να γίνεται από τον Πάνο Φλωρά (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), ο οποίος χαστουκίζει τη Λίζα Παπασταύρου (Αλίκη Βουγιουκλάκη).

Η «Κ» αξιολογεί πέντε κωμωδίες της «χρυσής εποχής» του ελληνικού κινηματογράφου με βάση τα σύγχρονα κριτήρια
Μόνο με «γονική συναίνεση» μπορεί να δει ένα παιδί την Τζούλι Αντριους να μεταμορφώνεται στη μαγική νταντά Μέρι Πόπινς στους κινηματογράφους της Μεγάλης Βρετανίας. Πρόσφατα, το Βρετανικό Συμβούλιο Ταξινόμησης Ταινιών ανέβασε το όριο ηλικίας αναφορικά με την καταλληλότητα του κλασικού μιούζικαλ του ’60 λόγω λέξεων και φράσεων που θεωρήθηκαν προσβλητικές. Είναι ακόμη μία από τις πολλές περιπτώσεις που αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου επαναξιολογούνται με βάση τα σύγχρονα κριτήρια πολιτικής ορθότητας, ξαναμοντάρονται ή αλλάζουν σήμανση καταλληλότητας. Τι θα συνέβαινε άραγε αν εφαρμόζαμε αυτά τα κριτήρια σε εμβληματικές κωμωδίες της «χρυσής εποχής» του ελληνικού κινηματογράφου που περιέχουν άφθονα χαστούκια, ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια; Διαλέξαμε πέντε χαρακτηριστικά φιλμ που γυρίστηκαν την ίδια περίοδο με τη Μέρι Πόπινς και τα αξιολογούμε με τη συνεργασία του κριτικού κινηματογράφου της «Κ», Αιμίλιου Χαρμπή.

1959
Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο

Σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος
Πρωταγωνιστούν: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Χρήστος Τσαγανέας, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Oχι ένα, όχι δύο, αλλά δεκαπέντε χαστούκια μπορεί να μετρήσει ένας προσεκτικός θεατής στη σκηνή όπου οι καθηγητές αρχίζουν να «σωφρονίζουν» τις αυθάδεις μαθήτριες στην ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο». Η αρχή γίνεται από το βαρύ χέρι του φιλολόγου Πάνου Φλωρά (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), ο οποίος χαστουκίζει την «κόρη Παπασταύρου, βεβαίως βεβαίως» (Αλίκη Βουγιουκλάκη) –που, όπως λέει η ίδια, «για μισή ώρα έβλεπα πεταλούδες πράσινες, κόκκινες και κίτρινες»–, πριν πάρουν τη σκυτάλη οι υπόλοιποι καθηγητές, ο διευθυντής με το παρωνύμιο «Βεβαίως βεβαίως» (Χρήστος Τσαγανέας), ο μαθηματικός Μακρυδάκης (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), ο γυμναστής Γκίκας (Ορέστης Μακρής), που αρχίζουν να μοιράζουν αφειδώς χαστούκια στους διαδρόμους του γυμνασίου θηλέων. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, δε, είχε δηλώσει ότι είχε χρειαστεί να χαστουκίζει ηθοποιούς και κομπάρσες για ώρες ώστε να γυριστούν οι σκηνές.

Αξιολόγηση

Μαρία Αθανασίου: 65 χρόνια αφότου γυρίστηκε η ταινία, αυτός ο τύπος «σωφρονισμού» των άτακτων παιδιών σίγουρα δεν θεωρείται αστείος. Απομακρύνετε τα παιδιά από την οθόνη ή πείτε τους ότι αυτό είναι που ΔΕΝ πρέπει να γίνεται στο σχολείο.

Αιμίλιος Χαρμπής: Αντιθέτως, τα παιδιά οπωσδήποτε μπροστά στην οθόνη πρέπει να δουν τι ίσχυε κάποτε και πόσο τυχερά είναι τώρα. Συμπληρωματική «επιμόρφωση» με τα «400 χτυπήματα» του Τριφό (επίσης του 1959), για να μάθουν και λίγο καλό σινεμά.

1972
Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη

Σκηνοθεσία: Κώστας Καραγιάννης
Πρωταγωνιστούν: Λάμπρος Κωνσταντάρας, Καίτη Πάνου, Γιώργος Μούτσιος, Ελια Καλλιγεράκη

Ο Λουκάς (Λάμπρος Κωνσταντάρας) επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από χρόνια παραμονής στην Αφρική και φέρνει μαζί του τον υπηρέτη του Χουσεΐν, που υποδύεται ο ηθοποιός Γιώργος Μούτσιος βαμμένος ώστε να μοιάζει μελαψός. Ο μαύρος υπηρέτης αντιμετωπίζεται με τρόμο από την οικονόμο του σπιτιού, που υποδύεται η Μίτση Κωνσταντάρα, η οποία φρίττει στη θέα ενός μαύρου στο σπιτικό τους. Ο ίδιος ο Λουκάς, δε, κάποια στιγμή αποκαλεί τον Χουσεΐν «σκυλάραπα», ενώ φυσικά αποκαλεί την Αφρική «αραπιά».

Αξιολόγηση

Μ.Α.: Το Βρετανικό Συμβούλιο Ταξινόμησης Ταινιών μπορούμε να υποθέσουμε μετά βεβαιότητος ότι θα έφριττε με τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται για τον άτυχο Χουσεΐν. Οι πρωταγωνιστές της ταινίας θα «έτρωγαν» σίγουρα cancel στα σόσιαλ μίντια.

Α.Χ.: Το Βρετανικό Συμβούλιο Ταξινόμησης Ταινιών, με το αποικιοκρατικό παρελθόν που έχει η χώρα του, καλό θα ήταν να βγάλει τον σκασμό. Οσκαρ μακιγιάζ για τον βαμμένο με φούμο Μούτσιο και Χρυσό Βατόμουρο για τον σεναριογράφο. Αν και οι ατάκες είναι μάλλον αυτοσχεδιασμοί του ίδιου του Κωνσταντάρα.

1973
Τον αράπη κι αν τον πλένεις

Σκηνοθεσία: Κώστας Καραγιάννης
Πρωταγωνιστούν: Κώστας Βουτσάς, Νίκος Ρίζος, Γιώργος Γρηγορίου, Γιώργος Μοσχίδης

Ο Κώστας Βουτσάς υποδύεται έναν σερβιτόρο που, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για να παντρευτεί την αγαπημένη του, βάφεται με… φούμο και πιάνει δουλειά ως υπηρέτης σε ένα πλουσιόσπιτο, επειδή μαθαίνει ότι οι μαύροι αμείβονται καλύτερα. Ερμηνεύει ένα χαρακτήρα δουλικό, υποταγμένο, περιφρονημένο, που στο τέλος κατηγορείται και για κλοπή. Και σε αυτή την ταινία ο τρόπος που απεικονίζονται οι χαρακτήρες αφρικανικής καταγωγής είναι υποτιμητικός, σαν υποδεέστερα ανθρώπινα όντα.

Αξιολόγηση

Μ.Α.: Αρχικά να σημειώσουμε ότι η σχετική παροιμία θα έπρεπε να αφαιρεθεί από τα ανθολόγια λαϊκών παροιμιών. Παρακολούθηση για άνω των 16 ετών, αν και η Gen Z μάλλον θα αρνούνταν να τη δει.

Α.Χ.: Αλλη μία ταινία που πρέπει να δουν οι πάντες. Ρατσιστική με τα σημερινά δεδομένα προφανώς, αλλά στην πραγματικότητα ένας κρυφός ύμνος στη δύναμη της αγάπης. Η Gen Z ειδικά να τη δει μήπως πάρει χαμπάρι τις δυσκολίες της εργασίας, που θέλει μόνο να δουλεύει από απόσταση.


Ο Αντώνης (Κώστας Βουτσάς) στην ταινία «Τον αράπη κι αν τον πλένεις» προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για να παντρευτεί την αγαπημένη του βάφεται με φούμο και πιάνει δουλειά ως υπηρέτης.

1965
Ο ουρανοκατέβατος

Σκηνοθεσία: Ορέστης Λάσκος Πρωταγωνιστούν: Μίμης Φωτόπουλος, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Χρήστος Νέγκας, Μαρίκα Κρεββατά

Τα πρωτεία σε προσβλητικούς, ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς έχει το τραγούδι «Ο αράπης» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη, που ερμηνεύει ο Γιώργος Ζαμπέτας στην ταινία «Ο ουρανοκατέβατος»: «… το ταμ ταμ το χτυπάει ο αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος, ο μπλακ, ο ταμ ταμ ταμ, χτυπάει ο σκυλάραπας».

Αξιολόγηση

Μ.Α.: Η επίμαχη σκηνή θα έπρεπε να αφαιρεθεί από την ταινία, δεν σώζεται με τίποτα.

Α.Χ.: Τι να πει κανείς γι’ αυτή την ωδή στη μαύρη, μουσική κουλτούρα των κρουστών; Βασικά όντως δεν σώζεται με τίποτα όχι μόνο η συγκεκριμένη σκηνή, αλλά ολόκληρη η ταινία που είναι γενικώς για τη… φυλακή.

1965
Μια τρελή, τρελή οικογένεια

Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Τζένη Καρέζη, Αλέκος Αλεξανδράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Μαίρη Αρώνη, Αλέκος Τζανετάκος

Για προβολή, και μάλιστα με χιουμοριστικό τρόπο, περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να κατηγορηθεί η κωμωδία «Μια τρελή τρελή οικογένεια», όπου ο νέος γαμπρός Αλέκος (Αλέκος Αλεξανδράκης) διδάσκει τον αγαθό πεθερό του Στέλιο (Διονύση Παπαγιαννόπουλο), πατέρα της συζύγου του Μίκας (Τζένη Καρέζη), πώς ο άνδρας οφείλει να τηρεί την οικογενειακή τάξη μοιράζοντας χαστούκια. Ατάκες όπως «τις έχεις δείρει ποτέ σου;» που λέει ο Αλεξανδράκης ή «ώρες ώρες μας χρειάζεται και κάνα χαστούκι» που λέει η Καρέζη λίγο πριν ο Στέλιος γίνει για πρώτη φορά βίαιος χαστουκίζοντας την αφελή Πάστα Φλώρα (Μαίρη Αρώνη, η οποία η ιστορία λέει ότι δεν γνώριζε για το χαστούκι) ακούγονται σήμερα ανατριχιαστικές.

Αξιολόγηση

Μ.Α.: Σίγουρο cancel και hate τόσο από την Gen Z όσο και από την Γενιά Aλφα που διαθέτουν μεγάλη ευαισθησία σε θέματα σεξισμού, πατριαρχίας και ενδοοικογενειακής βίας. Aνω των 16 ετών.

Α.Χ.: Το σενάριο του σπουδαίου Νίκου Τσιφόρου και του Πολύβιου Βασιλειάδη είναι ντροπή να υπονοείται ότι ενθαρρύνει την ενδοοικογενειακή βία. Ειδικά όταν δύο χρόνια αργότερα περάσαμε από την «Τρελή οικογένεια» στο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» της δικτατορίας.

 

«Ωρες ώρες μας χρειάζεται και κάνα χαστούκι» λέει η Μίκα (Τζένη Καρέζη) λίγο πριν ο Στέλιος (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) γίνει για πρώτη φορά βίαιος χαστουκίζοντας τη σύζυγό του Πάστα Φλώρα (Μαίρη Αρώνη) στην ταινία «Μια τρελή, τρελή οικογένεια».

ΑΠΟΨΗ
Η αίρεση του παροντισμού

Του Βρασίδα Καραλή*

Κάθε εποχή έχει μια ιδιάζουσα αίσθηση του χιούμορ και της διακωμώδησης, της αναίδειας και της ανευλάβειας. Γιατί χιούμορ ακριβώς σημαίνει να κοροϊδεύεις, συχνά με στοργή και αγάπη, πρόσωπα και καταστάσεις που συνιστούν την καθημερινότητά ενός κοινού στις συγκεκριμένες συνθήκες της ιστορίας που το περιβάλλουν. Η προσπάθεια να κριθεί το χιούμορ του παρελθόντος μέσα από τις προτιμήσεις ή τις ιδεολογικές χρήσεις του παρόντος είναι μια πολύ πρόσφατη τάση της ύστερης νεωτερικότητας. Χρονολογικά ανέβλυσε μετά την ηρωική είσοδο του μεταμοντέρνου στη δεκαετία του ’80, της οποίας η κυρίαρχη αντίληψη συγκεφαλαιωνόταν στην αρχή «always historicize», δηλαδή πάντα να ιστορικεύεις ούτως ώστε να κρίνεται ένα καλλιτεχνικό έργο μέσα στους περιορισμούς και στις συμβάσεις που του επέβαλε η κυρίαρχη κουλτούρα της εποχής του.

Σήμερα φαίνεται πως η αρχή έχει εντελώς ξεχαστεί και μια προσέγγιση ανιστορικότητας χωρίς συμφραζόμενα έχει επιβληθεί ιδιαίτερα μέσα από τον χώρο των κοινωνικών δικτυώσεων και του τρόπου με τον οποίο λαμβάνει θεσμική επικύρωση από το κράτος. Σύμφωνα με αυτήν, τόσο ο Σαίξπηρ όσο και η λαϊκή κουλτούρα κάθε εποχής πριν από τη δική μας ήταν βασισμένα σε πατριαρχικά στερεότυπα, μισογυνικά κλισέ και ρατσιστικές αναπαραστάσεις. Ολες οι παλιές ταινίες για παράδειγμα, από τις «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Κυριακάτικο ξύπνημα», «Η θεία από το Σικάγο», «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», «Αχ και να ‘μουν άντρας» ή ακόμη και τις «Μια κυρία στα μπουζούκια», «Αγάπη μου ουάουα» ή «Τον αράπη και αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς», παρουσιάζουν τη βιοεξουσιαστική πολιτική των κυρίαρχων τάσεων που εμείς σήμερα μπορούμε πλέον να δούμε καθαρά και να απορρίψουμε.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης επινόησε τον όρο «αίρεση του παροντισμού» γι’ αυτή την προσέγγιση. Το παρελθόν, μέσα στην απόσταση που μας χωρίζει, μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω της απόλυτης ετερότητάς του. Μια έκφραση ή μια αναπαράσταση, που μοιάζει ρατσιστική σήμερα, δεν προσελήφθη καθόλου ως ρατσιστική την εποχή που διαμορφώθηκε. Για παράδειγμα, σε μια από τις πρώτες ελληνικές ταινίες «Οι περιπέτειες του Βιλάρ» (1924) καταγράφεται μια μοναδική εμφάνιση ενός αφροαμερικανικού μουσικού συγκροτήματος τζαζ με τον υπέρτιτλο «Η εκδίκησις του αράπη».

Παρερμηνεύει και αποστειρώνει το παρελθόν, πιο πολύ καταγγέλλει παρά ερμηνεύει, πιο πολύ στιγματίζει παρά διαφωτίζει.

Η αντίληψη ότι ο ρατσισμός υπήρχε εγγενώς στους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς είναι μια απλουστευτική και έως ένα σημείο παραμορφωτική κατανόηση του παρελθόντος. Ο παροντισμός παρερμηνεύει και αποστειρώνει το παρελθόν, δημιουργεί μια αντίληψη ανωτερότητας του τώρα και διαμορφώνει μια αφιστορικευμένη προσδοκία για την κατανόηση των σημασιακών δεδομένων του χθες. Θυμίζει καλβινιστικό πουριτανισμό παρά ιστορικό σκεπτικισμό, δηλώνει διανοητική νωθρότητα και έλλειψη έρευνας παρά κριτική και εξεταστικότητα. Ταυτόχρονα πιο πολύ καταγγέλλει παρά ερμηνεύει, πιο πολύ στιγματίζει παρά διαφωτίζει. Με άλλα λόγια προσπαθεί να δει το είδωλό της στο παρελθόν και όταν δεν το βρίσκει, το καταδικάζει.

Αλλά όλοι γνωρίζουμε πως «the past is another country: they do things differently there». Σημασία έχει να ταξιδέψουμε σε αυτή τη χώρα για να μας δείξει αυτά που έχουν ξεπεραστεί ή συνεχίζουν να μας βασανίζουν. Το παρόν δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Θα λέγαμε πως επαναδιατυπώνει τα προβλήματα που απασχόλησαν τους προγενέστερους, όπως τα διατύπωσαν στη δική τους γλώσσα και για το δικό τους κοινό – και μέσα από αυτή θα πρέπει να κριθούν και να αξιολογηθούν.

* O κ. Βρασίδας Καραλής είναι καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.