22 Ιουνίου 2017

Ο αξέχαστος αρχοντάνθρωπος του ασπρόμαυρου πανιού που έγινε ηθοποιός κοντά στα 60

Ο μοναδικός Άγγελος Μαυρόπουλος, η καριέρα ως «μεγαλοαστός», ο σύντομος γάμος του με την Κρεβατά και η κόρη τους Γκέλυ

Αμείλικτος δικαστής, καλοσυνάτος γιατρός, μαχητικός δικηγόρος, πανεπιστημιακός, διοικητής χωροφυλακής, ανώτατος υπάλληλος υπουργείων, πρόεδρος γενικώς (δικαστηρίων, επιτροπών, καλλιστείων) και ζάπλουτος βιομήχανος φυσικά, ο ελληνικός κινηματογράφος είχε βρει τον άνθρωπο που χρειαζόταν όταν έψαχνε ρόλους σοβαρών και άτεγκτων μεγαλοαστών.

Και τον βρήκε εκεί που δεν τον έψαχνε, μιας και ο Άγγελος Μαυρόπουλος ήταν στη μεγάλη καριέρα του ηθοποιός του μουσικού θεάτρου και το πέρασμα στη μεγάλη οθόνη δεν θα το έκανε παρά σε προχωρημένη ηλικία!

Ακόμα κι έτσι όμως άφησε το στίγμα του στο πανί νιώθοντας εξόχως άνετα είτε έπαιζε κωμωδία είτε δράμα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο υποκριτικό αποτέλεσμα των ταινιών που πήρε μέρος.

Στο μουσικό θέατρο έπαιζε άλλωστε από 17 χρονών παιδί, αφήνοντας το στίγμα του στην οπερέτα όπως λίγοι συνάδελφοί του. Ερμηνείες που χάθηκαν φυσικά και τις σκέπασε η λήθη του χρόνου, τον Μαυρόπουλο θα τον απολάμβαναν ωστόσο όλοι από το ασπρόμαυρο σελιλόιντ που διατήρησε την κληρονομιά του αναλλοίωτη.

Γιατί μιλάμε για περισσότερες από 70 ταινίες στο ενεργητικό του, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, οι οποίες έγιναν όλες μέσα στη δεκαετία του 1960 ουσιαστικά. Η χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά είχε πάντα κάτι από το ήθος και την ευγένεια του Μαυρόπουλου εντός της, ενός ανθρώπου που έδινε κύρος στις παραγωγές και καλλιτεχνικό άρωμα.

Προικισμένος με ιδιαίτερα λυρικό κύτταρο αλλά και ερμηνευτική δεινότητα, ο Μαυρόπουλος ήταν άλλος ένας μεγάλος δευτερορολίστας που έκανε τον όρο να αφορά αποκλειστικά στον χρόνο συμμετοχής του. Με την αρχοντιά που εξέπεμπε και τις δυνατές ερμηνείες του, δεν υπήρχε απλώς στην κινηματογραφική σκηνή αλλά αντιθέτως την καθόριζε δραματουργικά, αποδεικνύοντας τι σημαίνει ηθοποιός στην πράξη.

Και αυτό το «ηθοποιός» ήταν γι’ αυτόν τρόπος ζωής. Ηθοποιός ήταν η πρώτη και η δεύτερη σύζυγός του, ηθοποιοί ήταν οι παρέες του, ηθοποιός θα γινόταν τελικά και η κόρη του, η Γκέλυ Μαυροπούλου…
Πρώτα χρόνια


Ο Άγγελος Μαυρόπουλος γεννήθηκε το 1901. Υπάρχουν πηγές που τοποθετούν τη γέννησή του στη Μικρά Ασία και τον ερχομό της ξεριζωμένης οικογένειας στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σε κάθε περίπτωση, ο νεαρός εκδηλώνει το ταλέντο του στην υποκριτική και τη μουσική από τρυφερή ηλικία και ήδη στα 17 του θα πρωτοανέβει δειλά-δειλά στη σκηνή του μουσικού θεάτρου.

Εξίσου νεαρός θα γνωρίσει και τον έρωτα στο πρόσωπο μιας συναδέλφου. Η νεαρά δεν είναι άλλη από τη μεγάλη ηθοποιό μας Μαρίκα Κρεβατά. Το ζευγάρι θα παντρευτεί στις αρχές της δεκαετίας του 1930, θα υποδεχτεί τον Οκτώβριο του 1932 την κόρη τους, Γκέλυ Μαυροπούλου, και τρεις μήνες μετά τη γέννηση του μωρού θα χωρίσουν.


Κανείς δεν έμαθε βέβαια τους λόγους του χωρισμού, καθώς ήταν αμφότεροι αξιοπρεπείς και περιφρουρούσαν την ιδιωτική τους ζωή ως μυστικό επτασφράγιστο. Οι επαγγελματικές τους ανάγκες τους είχαν φέρει μέχρι τότε στη Θεσσαλονίκη πάντως, όπου και θα γεννιόταν η Γκέλυ, η οποία θα ακολουθούσε απαρέγκλιτα τα βήματα των γονέων της. Κι έτσι μετά τη Γαλλική Ακαδημία θα περνούσε από τη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με καθηγητές τους φίλους των γονιών της.

Η Κρεβατά θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής της με τον ηθοποιό Γιώργο Γαβριηλίδη, κρατώντας τον δεσμό τους κρυφό για σειρά ετών. Όσο για τον Μαυρόπουλο, θα παντρευόταν αργότερα ένα από τα δύο «Βερωνάκια», τα παιδιά-θαύματα του βαριετέ Σοφία και Καίτη Βερώνη δηλαδή. Ο Μαυρόπουλος ερωτεύτηκε την κατά δυο χρόνια νεότερη Καίτη, η οποία θα έκανε τη δική της μεγάλη καριέρα στην οπερέτα, συχνά πλάι στον σύζυγό της…

Πρώτη -μουσική- καριέρα


Δεν είναι εύκολο να αποτιμήσει κανείς σήμερα την απήχηση του μουσικού θεάτρου και των βαριετέ θεαμάτων εκεί στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Κι όμως, ήταν αυτά τα θεάματα που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού της εποχής και ο Μαυρόπουλος θα γινόταν μεγάλος στον χώρο ήδη από νεαρή ηλικία.

Το ντεμπούτο του το έκανε όπως είπαμε στα 17 του, στην οπερέτα «Πριγκίπισσα δολαρίων», εγκαινιάζοντας μια χρυσή για τον ίδιο καριέρα στο σανίδι του μουσικού θεάτρου. Όταν μεταπήδησε μάλιστα στο υποκριτικό σανίδι και το πανί, ήταν ευρύτερα γνωστός και σεβαστός στον χώρο…
Δεύτερη -κινηματογραφική- καριέρα


Ο Μαυρόπουλος πρωτοεμφανίζεται στον ελληνικό κινηματογράφο το 1959 -όντας αισίως στα 58 του-, στην ταινία «Ένας Βλάκας και Μισός» του Δαλιανίδη, χαρίζοντάς μας την πρώτη του ερμηνεία ως δικαστής. Η ετυμηγορία του μάλιστα για τον γλυκύτατο βλάκα του ελληνικού σινεμά, Χρήστο Ευθυμίου, «το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω βλακείας», έζησε τη δική της ζωή ως σκηνή ανθολογίας του ελληνικού κινηματογράφου!


Αυτό ήταν, οι παραγωγοί και οι σκηνοθέτες είχαν βρει τον τύπο του σοβαρού, αρχοντικού και αμείλικτου που τόσο έψαχναν στο πρόσωπό του. Τα συμβόλαια πέφτουν πια βροχή: ενδεικτικά, μέσα στο 1959 θα κάνει άλλες τέσσερις ταινίες, από το «Λαός και Κολωνάκι» και «Έγκλημα στο Κολωνάκι» μέχρι τη «Λίμνη των στεναγμών» και το «Αλή πασάς και κυρά-Φροσύνη»!

Έτσι συνεχίστηκαν τα χρόνια μέχρι το 1961, όταν θα εγκαινιάσει την αποκλειστική του συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ, η οποία θα κρατήσει ως το 1972 και το φιλμ «Η Αλίκη δικτάτωρ», όταν 70άρης πια αποφασίζει να ξεκουραστεί. Στον Φίνο πήγε μάλιστα με περγαμηνές στο ενεργητικό του, καθώς είχε μέχρι τότε ερμηνείες σε φιλμ-σταθμούς, όπως τα «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Χίλιες παρά μία νύχτες» (1960), «Χριστίνα» (1960), «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» (1961) κ.ά.

Αποδεικνύοντας πως ένιωθε ιδιαιτέρως άνετα υποκριτικά τόσο στην κωμωδία όσο και το βαρύ δράμα, ο Μαυρόπουλος θα παίξει σε περισσότερες από 70 ταινίες στα 13 του κινηματογραφικά χρόνια, αφήνοντας το στίγμα του στη χρυσή εμπορικά εποχή της εθνικής μας κινηματογραφίας.

Η παρθενική ταινία που έκανε άλλωστε με τον Φίνο ήταν το σπαρταριστό «Ζητείται Ψεύτης» (1961), ανοίγοντας την όρεξη όλων για τη συνέχεια. Ώριμος υποκριτικά και «ψημένος» ηθοποιός, καθιερώθηκε τόσο στη συνείδηση των δημιουργών όσο και στις καρδιές του κοινού ήδη από τις πρώτες του εμφανίσεις.


Ξεχώριζε ως δευτεραγωνιστής και χάριζε μοναδικές ερμηνείες, κάτι που φανερώνεται εξάλλου από τον καταιγισμό των ρόλων του στις ταινίες του Φίνου. Ποιος να τον ξεχάσει στον «Κατήφορο» του 1961 (πρόεδρος δικαστηρίου), το «Δόλωμα» του 1964 (διοικητής Χωροφυλακής), τη «Χαρτοπαίχτρα» του 1964 (στρατηγός) ή τα «Κορίτσια Για Φίλημα» του 1965 (πρόεδρος δικαστηρίου); Ταινίες που ξεχώριζε είτε έπαιζε τον αμείλικτο δικαστή, είτε τον μαχητικό δικηγόρο, είτε τον αυστηρό διοικητή της αστυνομίας είτε τέλος το χαρτόμουτρο μεγαλοαστό ή τον στοργικό πατέρα…

Όλοι τον θυμούνται και από τους ρόλους του σε κλασικά φιλμ της εποχής, ως διοικητή αστυνομικού τμήματος, ας πούμε, στο «Μια τρελή, τρελή οικογένεια» (1965), ως ανεκδιήγητο Χατζησταύρου στη «Βουλευτίνα» (1966), ως διοικητή τροχαίας στον «Ξυπόλυτο πρίγκιπα» (1966), ως… Ωνάση στο «Ευτυχώς τρελάθηκα» (1966), ως κουρασμένο Σταματίου στα «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), ξανά ως δικαστή στην «Καρδιά ενός αλήτη» (1968), το «Ένας μάγκας στα σαλόνια» (1969) και την «Κραυγή μιας αθώας» (1969), ως ψυχίατρο φρενοκομείου στο «Ξύπνα Βασίλη» (1969) κ.λπ.

Μέχρι και στα σώματα ασφαλείας υπηρέτησε για τις ανάγκες του ελληνικού κινηματογράφου, καθώς το παράστημα και η αρχοντιά του ήταν ιδανικά χαρακτηριστικά για τέτοιους «μεγαλοπρεπείς» ρόλους. Ο Μαυρόπουλος ήταν, για παράδειγμα, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού στη «Λεωφόρο της προδοσίας» (1969), ναύαρχος στο «Η Μεσόγειος φλέγεται» (1970), ακόμα και διευθυντής φυλακών στο «Κρίμα το μπόι σου» (1970) έγινε!


Μπορεί βέβαια στο πανί να έκρινε τις τύχες του κοσμάκη ως αδέκαστος πρόεδρος, στην πραγματική ζωή έδινε ωστόσο τις μάχες του από την άλλη πλευρά του δικαστικού φάσματος. Μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών για σειρά ετών, ο Μαυρόπουλος μπαινοβγήκε αρκετές φορές στις δικαστικές αίθουσες του πραγματικού κόσμου.

Όπως σε κείνη την περιβόητη δίκη του ΣΕΗ το 1966, όταν οι ηθοποιοί σύρθηκαν στο δικαστήριο επειδή είχαν κηρύξει απεργία διεκδικώντας την καθιέρωση των 9 παραστάσεων τη βδομάδα (αντί των 13 που δίνονταν μέχρι τότε). Η αγόρευση του κινηματογραφικού δικαστή και δικηγόρου είχε αφήσει πάντως εποχή.

Ο Άγγελος Μαυρόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 5 Μαρτίου 1979 ως ένας άνθρωπος που κόσμησε με την καλλιτεχνική ιδιοσυστασία και το πρόδηλο ήθος του τον κινηματογράφο της Ελλάδας…