«Ήταν και συνεχίζει να είναι η προσωποποίηση της ποπ κουλτούρας».
Ένας «υπέροχος» θάνατος. Γιόρτασε τα γενέθλια του με την οικογένεια του, την ίδια μέρα που ο καινούργιος του δίσκος κυκλοφορούσε και ξεσήκωνε ένα κύμα ενθουσιασμού που ήταν το δώρο των γενεθλίων του από κριτικούς, ακροατές, φανς. Ήταν μια καλή στιγμή για να φύγει πλήρης και ευτυχής. Και αυτό έκανε, λες και τα είχε όλα κανονισμένα. Και ο θάνατος του δημιούργησε ένα νέο κύμα, ένα τσουνάμι αυτή τη φορά από θετικά σχόλια, συγκινητικά λόγια, εκδηλώσεις λατρείας, σεβαστικά κείμενα, δηλώσεις θαυμασμού και εκτίμησης από συναδέλφους που τον ανέφεραν ως πηγή έμπνευσης, από ακροατές που σημάδεψε ή χρωμάτισε τη ζωή τους.
Ο Ντέηβιντ Μπάουι μπήκε στις ζωές όλων μας και τους έκανε κάτι. Τις πείραξε, τις άλλαξε, τις χρωμάτισε, τις μάγεψε, τις συνέδεσε με το σύμπαν. Ο άνθρωπος που έπεσε στη γη, ο λευκός δούκας, ο ziggy stardust, ο μουσικός με τα χίλια πρόσωπα αγιοποιήθηκε χτες με συνοπτικές διαδικασίες και με τη σύμφωνη γνώμη όλων και μπήκε στο εικονοστάσι της ποπ κουλτούρας σε περίοπτη θέση μαζί με τον Έλβις, με τον Τζιμ Μόρισον, τον Χέντριξ, τον Κερτ Κομπέην και κάθε φορά που θα μπαίνουμε στο ναό της για να προσκυνήσουμε την μουσική του 20ου αιώνα, θα είναι εκεί για να μας θυμίζει πως χωρίς αυτόν τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Μπορεί οι μεταμφιέσεις του, οι εκκεντρικές εμφανίσεις του, το απαράμιλλο στιλ του, το ανδρογυνικό του ύφος να δημιούργησαν μια περσόνα που «καπελώνει» την μουσική του αλλά πάνω απ' όλα δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ένας τολμηρός και δημιουργικός καλλιτέχνης που άφησε πίσω του ένα έργο επιδραστικό και με μεγάλη αντοχή στο χρόνο. Στα τέλη του 1995 ταξίδεψα στο Λονδίνο για να τον συναντήσω και να του πάρω μια συνέντευξη (δημοσιεύτηκε στο Ε της Ελευθεροτυπίας στις 17/12) και παρ' ότι είχα είκοσι χρόνια σε αυτή τη δουλειά και είχα συναντήσει πολλούς σπουδαίους μουσικούς ήδη, ομολογώ πως η ταραχή μου ήταν σαναυτή που νιώθαμε στο σχολείο σε περιόδους εξετάσεων. Όταν τον ρώτησα αν αισθάνεται ως χαμαιλέων, όπως συνήθιζαν να τον χαρακτηρίζουν λόγω των πολλών μεταμφιέσεων, μου απάντησε: «Πρώτα πρώτα να πω ότι βρίσκω αυτού του είδους τη δημοσιογραφία... Τι να πω... Τεμπέλικη; Είναι ο πιο ήπιος χαρακτηρισμός που μπορώ να βρω, που σημαίνει ότι δεν μπήκαν στον κόπο να καταλάβουν. Άκου χαμαιλέων... Μα νομίζω πως ο χαμαιλέων αλλάζει χρώματα για να χαθεί στο περιβάλλον, να μην τον προσέξουν. Ίσως αν έλεγαν επιδειξίας... Αυτό το καταλαβαίνω...
Από πολύ νωρίς αναγκάστηκα να γίνω αδιάφορος για το πως με αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον τα media. Αυτό που με ενδιαφέρει, όσο περνάει ο καιρός δε όλο και περισσότερο, είναι να βρίσκω εγώ ενδιαφέρον στη δουλειά μου. Θέλω να ολοκληρώνει εμένα κι έτσι νακοιτάζω τον εαυτό μου με τον δικό μου τρόπο, με τον δικό μου κώδικα αξιών, είτε ως προς την μουσική είτε ως προς την εμφάνιση ή την δημιουργία». Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς ο Ντέηβιτ Μπάουι εμφανίστηκε, για μία και μοναδική φορά, στην Ελλάδα, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού μαζί με τον Λου Ρηντ και τον Έλβις Κοστέλο, σε μία συναυλία με αναπάντεχα λίγο κόσμο και τον ξαναείδα δύο ακόμη φορές σε συναυλίες του στην Αγγλία. Η κυριαρχία του επί σκηνής ήταν πάντα μοναδική, ο τρόπος που εξέπεμπε και ακτινοβολούσε αυτό που ήταν κι αυτό που έκανε, νομίζω πως ήταν μοναδικός.
Αν έπρεπε να εξηγήσω σε κάποιον τι είναι η ποπ κουλτούρα, θα του έδινα να ακούσει τη μουσική του, θα του έδειχνα φωτογραφίες του και θα τον έβαζα να δει αποσπάσματα από συναυλίες του.
Ο Ντέηβιντ Μπάουι ήταν (και συνεχίζει να είναι) η προσωποποίηση της ποπ κουλτούρας.
Μάκης Μηλάτος

