4 Ιανουαρίου 2014

Είμαστε ό,τι διαβάζουμε

Η ανάγνωση ως κύριος τρόπος για να ξανακερδηθεί ένας κόσμος αξιών

Τις τελευταίες ημέρες του χρόνου ρίχνω πάντα μια ματιά σε κάθε βιβλίο που έχω στη βιβλιοθήκη μου. Τα βλέπω, τα αγγίζω, τα θαυμάζω, τα ζηλεύω, αυτά και τους συγγραφείς τους, τα ξεσκονίζω, τους αλλάζω θέση, τα ξαναθυμάμαι, απορώ πού τα είχα, μα πιο πολύ τους μιλώ και μου μιλούν. Πολλά από αυτά έχουν μεγάλα παράπονα από μένα, μερικά τα έχω ξεχάσει, άλλα τα διάβασα επιπόλαια, πάρα πολλά (ευτυχώς όχι τα περισσότερα) δεν τα έχω διαβάσει. Τους υπόσχομαι όμως πως όσο ζω πάντοτε μπορούν να γνωρίζουν ότι τα αγαπώ όλα. Οχι εξίσου, αλλά σίγουρα όλα έχουν μεγαλύτερο ή μικρότερο μερτικό στη ζωή μου. Σκέπτομαι αν μπορούσαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς να κατέβαιναν από τα ράφια ο Βολταίρος, ο Ρουσώ, ο Μαρξ, ο Σαίξπηρ, ο Ντίκενς, ο Ντοστογέφσκι, ο Μέλβιλ, αλλά και οι σύγχρονοι λογοτέχνες, ποιητές και φιλόσοφοι, τι ωραία συζήτηση θα μπορούσε να γίνει. Μέχρι και για το ποδόσφαιρο θα μιλούσαμε. Αλλά δεν πειράζει, έτσι και αλλιώς είναι πάντα εκεί, συνεχώς διαλεγόμαστε μαζί τους.
Η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι ύψιστη πράξη ανθρωπιάς. Με αυτήν ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται, καταλαβαίνει τον άλλο, ζει μαζί του στον κόσμο του, μαθαίνει την ανοχή. Μαθαίνει ακόμη και στην πιο βαθιά κρίση να μη γίνεται χρυσαυγίτης. Γίνεται άνθρωπος. Μαθαίνει αυτό που η ανάγνωση στην ουμανιστική περίοδο δίδαξε στους ανθρώπους, ότι η ουσία του ανθρώπου είναι οι γνώσεις του. Τότε το βιβλίο, με τη βοήθεια και του Γουτεμβέργιου, από εργαλείο που εξέφραζε τις εξουσίες, άρχισε να γίνεται κάτι που κινείται προς τους ανθρώπους των ελίτ. Στη συνέχεια η Μεταρρύθμιση, η Αντιμεταρρύθμιση είναι και ένας κινούμενος «βιβλικός κόσμος». Και μετά ήρθε ο Διαφωτισμός, για να κάνει το βιβλίο εντελώς οικείο στα αστικά στρώματα.
Για να φθάσουμε έτσι στη μαζικοποίηση της ανάγνωσης στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου. Σίγουρα είναι δύσκολο να ειπωθεί με σιγουριά αν η είσοδος των λαϊκών μαζών στην πολιτική ζωή, η μαζική κοινωνία και η δημοκρατία έφεραν στο προσκήνιο το φαινόμενο του εκδημοκρατισμού της ανάγνωσης (τότε ήσαν τα «λαϊκά αναγνώσματα», σήμερα είναι τα μπεστ σέλερ και το ηλεκτρονικό βιβλίο) ή, αντιθέτως, οι «λαϊκοί αναγνώστες» έφεραν τη μαζική δημοκρατία. Μάλλον, όπως περιγράφεται στο βιβλίο «Ιστορία της Ανάγνωσης στον Δυτικό Κόσμο» (Εκδ. Μεταίχμιο), έγιναν και τα δύο μαζί. Εξάλλου, οι θεωρίες της κότας και του αυγού δεν συνάδουν με την πολυπλοκότητα ούτε της Δημοκρατίας ούτε της Ανάγνωσης.

Ο Τόμας Κούπερ, υποδηματοποιός και χαρτιστής (υποστηρικτής δηλαδή του κινήματος που αναπτύσσεται στην Αγγλία το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα υπέρ της Χάρτας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), έγραφε στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Η ζωή του Τόμας Κούπερ, γραμμένη από μένα» (Λονδίνο 1872): «Πίστευα ότι ήταν δυνατόν μέχρι τα είκοσι τέσσερα χρόνια μου να μάθω λατινικά, ελληνικά, εβραϊκά και γαλλικά, να καλύψω τον Ευκλείδη και τα στοιχειώδη της άλγεβρας, να αποστηθίσω ολόκληρο τον "Χαμένο Παράδεισο" και επτά από τα καλύτερα έργα του Σαίξπηρ, να διαβάσω μεγάλο, βασικό μέρος της ιστορίας και της θεολογίας και να εξοικειωθώ με τη σύγχρονη λογοτεχνία. Απέτυχα οικτρά, αλλά στον δρόμο κέρδισα μεγάλη χαρά».
Οσοι λοιπόν κοιτάζουν τα βιβλία τους και μελαγχολούν, επειδή όπως φαίνεται ποτέ δεν θα προλάβουν να τα διαβάσουν όλα, όσοι αναρωτιούνται τι να κάνουν που δεν έχουν άλλο χώρο για να τα βάλουν στη βιβλιοθήκη τους, ας μη στενοχωριούνται. Γιατί αν πράγματι αγαπούν το βιβλίο, πάντα θα είναι νικητές, αφού γνωρίζουν τη χαρά της αναγνωστικής απόλαυσης. Θα μπορούν να λένε ό,τι είπε η επτάχρονη Σαρλότ Ελίζαμπεθ Μπράουν, κόρη ενός φτωχού ιερέα, όταν τόσο μικρή διάβασε τον σαιξπηρικό «Εμπορο της Βενετίας»: «Ηπια ένα μεθυστικό κρασί που με ζάλισε για πολλά χρόνια». Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου είναι υπέρτατη χαρά, είναι τελείωση της ιδιότητας του ανθρώπου, που συμπίπτει με την αυτονομία της γνώσης και της κριτικής σκέψης.
Εύχομαι στους αναγνώστες των καλών βιβλίων Καλή Πρωτοχρονιά με τις οικογένειες και τους φίλους, αλλά πρωτίστως τους εύχομαι να παραμείνουν αναγνώστες, γιατί τότε θα παραμείνουν και άνθρωποι.

του Γιώργου Σιακαντάρη, κοινωνιολόγου - συγγραφέα
Εφημερίδα "Τα Νέα", 30/12/2013