* Η κυριαρχία των μυστικών υπηρεσιών και η διασύνδεσή τους με τη διαφήμιση
του
Χανς Μάγκνους Εντζενσμπέργκερ*
Η διαφήμιση υπήρξε πάντοτε θορυβώδης. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς ν' ακούσει στα παζάρια τη φωνή του κράχτη, ενοχλητική αλλά άκακη. Όμως, μόλις η βιομηχανική επανάσταση έδωσε το σάλπισμα της μαζικής κατανάλωσης, η παλιά καλή ρεκλάμα μετατράπηκε σε εργαλείο της βιομηχανίας.
Στους κύκλους που αυτοπροσδιορίζονταν ως ελίτ, το να εκθειάζει κανείς τον εαυτό του ή τα προϊόντα του θεωρείτο χυδαίο. Το γεγονός ότι ο κλάδος αναβάπτισε τη δραστηριότητά του ως «διαφήμιση», δεν βελτίωσε τη φήμη του. Με λιγότερη υπεροψία συμμετέχουν σήμερα σε παιχνίδια- διαγωνισμούς, ανταλλάσσουν εκπτωτικά κουπόνια και συγκρίνουν προσφορές και ευκαιρίες. Τι σχέση έχει, λοιπόν, το χωνί του κράχτη με την πολιτική;
Όσο κι αν η εκλεκτή πελατεία επιθυμεί να το αγνοεί, είναι γεγονός: η πολιτική πολύ γρήγορα σχετίσθηκε με τη διαφήμιση και αντιστρόφως. Η διαφήμιση μεταβλήθηκε, ήδη από τη δεκαετία του 1920, σε πολιτική δύναμη. Τα κόμματα επιβλήθηκαν ως κατοχυρωμένα εμπορικά σήματα και, προκειμένου να κερδίσουν μέρος της αγοράς, αγωνίσθηκαν περισσότερο σε επίπεδο συνθημάτων παρά επιχειρημάτων.
Στη διάρκεια της κρίσης και του εμφυλίου που ακολούθησαν στη Γερμανία το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η προπαγάνδα πήρε τρομαχτικές διαστάσεις. Καμία δικτατορία του 20ου αιώνα δεν θα επιβίωνε χωρίς τη «δημιουργικότητα» των διαφημιστών. Αυτοί ήταν που ασχολήθηκαν με την πιο αποτελεσματική σχηματοποίηση της καμπάνιας του κλιμακούμενου αντισημιτισμού, των δικών -παρωδιών, των προκαταρκτικών του πολέμου, της προσωπολατρίας.
Μετά το 1945, θεωρήθηκε αδιανόητο να πολιτικολογεί κανείς με φράσεις σαν το «ένας Λαός, ένα Ράιχ, ένας Φύρερ» ή με πολιτικές συγκεντρώσεις τύπου Λένι Ρίφενσταλ. Επιπλέον, μετά το 1989, όταν πέρα από το τείχος κατέρρευσε και η ιδέα των θριαμβικών πανό που υμνούσαν τους σοβιετικούς θριάμβους, οι ειδικοί της πολιτικής αγκιτάτσιας έπρεπε να ανακαλύψουν ένα νέο πεδίο δραστηριότητας. Με δεδομένη την πνευματική τους ευελιξία, δεν ήταν δύσκολο να προσαρμοστούν.
Η ανάγκη για τέτοιας μορφής «ειδικούς» έγινε ιδιαίτερα σοβαρή με την ανάπτυξη των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο Μπαλζάκ και ο Ζολά γνώριζαν ήδη, στην εποχή τους, πως ο Τύπος δε μπορεί να επιβιώσει μόνο με την πώληση των εφημερίδων. Οι διαφημιστικές εταιρίες άνθισαν στο βαθμό που αναπτύχθηκαν τα περιοδικά και τα αισθησιακά έντυπα. Μόλις το ραδιόφωνο και η τηλεόραση έγιναν μαζικά, έκλεισαν συμβόλαιο ζωής και θανάτου με τη Λεωφόρο Μάντισον στη Νέα Υόρκη, εκεί δηλαδή όπου ιστορικά εγκαταστάθηκαν οι μεγάλες διαφημιστικές εταιρίες.
Οι πολιτικές και κοινωνικο-ψυχολογικές επιπτώσεις του φαινομένου δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Οι στρατιές πανεπιστημιακών–συμβούλων, κοινωνιολόγων και ειδικών στην έρευνα αγοράς δεσμεύονται να μην το επιχειρήσουν. Στο πλαίσιο μίας οικονομίας που βασίζεται στην προσέλκυση του ενδιαφέροντος, η εκλογίκευση του κόσμου που ζούμε δεν αποτελεί προτεραιότητα. Για το λόγο αυτό, επιδιώκεται η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου και η υποκλοπή του χρόνου που απομένει στους ανθρώπους για να ζήσουν τη ζωή τους. Η διαφήμιση έχει πετύχει αυτούς τους στόχους!
Έχει αλώσει τις ζώνες κατοικίας με φωτεινές επιγραφές και τεράστιες αφίσες. Οι μεγάλοι κυκλοφοριακοί άξονες, οι σταθμοί του μετρό και των λεωφορείων είναι πνιγμένοι με γιγαντοοθόνες, όπου ο οποιοσδήποτε «κοινοποιεί» ο,τιδήποτε. Με την ίδια βιαιότητα, η διαφήμιση εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων και τους κλέβει όσο περισσότερο χρόνο γίνεται. Κανείς δεν μπορεί να πάει σήμερα στον κινηματογράφο, χωρίς να κατακλυστεί από διαφημίσεις. Ένα άλλο παλαιότερο μέσο επικοινωνίας, το τηλέφωνο, αποικείται επίσης από τις επιχειρήσεις προώθησης και άλλους υποκλοπείς της προσοχής. Η μεγάλη οικογένεια των διαφημίσεων-σκουπιδιών αποτελεί με τα φυλλάδια και τις επιστολές της το βασικό όγκο των ταχυδρομικών συναλλαγών.
Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι είδους μακροθυμία επιτρέπει στην κοινωνία να ανέχεται αυτή την κακοποίηση. Η αντίσταση είναι ιδιαίτερα υποτονική: «Όχι διαφημίσεις!» διαβάζουμε σε πολλά γραμματοκιβώτια, παράκληση που αγνοείται από τους υποαμειβόμενους διανομείς των σκουπιδιών. Ωστόσο, όλα αυτά αποτελούν μέρος μόνο μίας φάσης τεχνικής εξέλιξης, γιατί η πολιτική δύναμη της διαφήμισης έχει πάρει- τις δύο με τρείς τελευταίες δεκαετίες- μια άνευ προηγουμένου επέκταση, που την έκανε δυνατή η εφεύρεση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του διαδικτύου.
Οι αναρτήσεις αντικείμενο παράνομης διακίνησης
Εκτοτε, η Google, το Facebook, η Yahoo -και η χρηματιστηριακή αξία τους -έσβησαν τα γηραιά τέρατα της βαριάς βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Στο πελατολόγιό τους εμφανίζονται οι πάντες! Η βασική τους αρχή συνίσταται στο να μην αξιολογούν οι ίδιοι κανένα περιεχόμενο. Το έργο αυτό, το παραχωρούν σε άλλα μέσα ή στους ίδιους τους χρήστες που προσφέρουν δωρεάν πληροφορίες ή λεπτομέρειες τις ιδιωτικής τους ζωής. Αυτό το εμπορικό μοντέλο βασίζεται στη χρηματοδότηση μέσω της διαφήμισης και οι δημιουργημένες ομάδες εξαφανίζονται στο βαθμό που δεν αποδίδουν. Δεν υπάρχει ουδέτερη μηχανή αναζήτησης. Οι αναρτήσεις διακινούνται παρανόμως, οι εντολές αγορών παραχαράσσονται, τα παιδιά επανεκπαιδεύονται να γίνουν καλοί καταναλωτές. Φυσικά, εμπορικοί κολοσσοί όπως η Αmazon οφείλουν να διασφαλίζουν, για παράδειγμα, την αποστολή αγαθών και όμιλοι όπως η Microsoft ή η Apple ζουν ακόμη από την πώληση των λογισμικών τους. Όποιος, όμως, θέλει να διαχειρίζεται δισεκατομμύρια πελατών, οφείλει να διαχειρίζεται τα προσωπικά τους δεδομένα. Σ’ αυτό χρησιμεύουν μαθηματικές μέθοδοι, που αποδεικνύονται μακράν ανώτερες των ήδη χρησιμοποιημένων από τους ειδικούς της πολιτικής κυριαρχίας και των μυστικών υπηρεσιών.
Παρακολουθήσεις και έλεγχος πληθυσμού
Η διαφήμιση υιοθέτησε λοιπόν μία νέα πολιτική διάσταση, γιατί οι αμερικανικοί όμιλοι που κυριαρχούν στο διαδίκτυο είναι σύμμαχοι των «κρατών εν κράτει». Οι σχέσεις που διατηρούν με τις μυστικές υπηρεσίες επαφίενται σε στέρεα κοινά συμφέροντα. Οι βιομηχανικοί όμιλοι, όπως και οι μυστικές υπηρεσίες, έχουν ανάγκη από κάθε διαθέσιμη πληροφορία που επιτρέπει τη χειραγώγηση του πληθυσμού. Συμφωνούν στο γεγονός πως τα βασικά δικαιώματα αποτελούν πεπαλαιωμένα απομεινάρια. Με πολύ υποχρεωτικό τρόπο, ένας από τους ισχυρότερους πρωταγωνιστές και δημιουργός του Facebook, ο Μαρκ Ζούκεμπεργκ, δηλώνει πεπεισμένος πως η εποχή της ιδιωτικής σφαίρας έχει πλέον παρέλθει. Ενώ η ευρωπαϊκή πολιτική εμφανίζεται ανυποψίαστη και καθησυχαστική, όσοι αντιτίθενται στο «κράτος εν κράτει» προέρχονται από τις ΗΠΑ. Όσοι σημαίνουν καμπανάκι κινδύνου, όπως οι Μάνινγκ και Σνόουντεν, αντιμετωπίζονται ως προδότες, ενώ επιδεικνύουν πίστη στο Σύνταγμα της χώρας τους.
Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ποιος προηγείται στο πεδίο της παρακολούθησης και του ελέγχου. Πρόκειται για τις κρατικές υπηρεσίες που έχουν χειραφετηθεί από το δημοκρατικό έλεγχο; Ο πατριάρχης τους Εντγκαρ Χούβερ,το αφεντικό του FBI, είχε ήδη καταφέρει να εκφοβίσει τους αμερικανούς προέδρους με τους φακέλους του. Σήμερα, οι αρχηγοί των κυβερνήσεων βλέπουν τις τερατώδεις υπηρεσίες να παριστάνουν τα αφεντικά.
Πρόκειται λοιπόν για τις οργανώσεις εκείνες που κρατούν την κατάσταση στα χέρια τους, κρυμμένες πίσω από ακρωνύμια υπηρεσιών πληροφοριών όπως NSA, DGSE, BND; Ή μήπως πρόκειται για τους συνεργούς τους, τους διαδικτυακούς βιομηχανικούς ομίλους που κατέχουν τα δεδομένα; Η σύμπραξη αυτή δημιουργεί ένα παράλληλο πολιτικό σύμπαν, στο οποίο η δημοκρατία δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο. Στο συνεταιρισμό αυτό βρίσκεται και ένας τρίτος συμβαλλόμενος: το οργανωμένο έγκλημα. Κι εκεί ακόμη, τι ακριβώς συμβαίνει δεν είναι προφανές. Φυσικά, κάθε «χρήστης» γνωρίζει καλά πως τα συνδικάτα του διεθνούς εγκλήματος ενεργοποιούνται στον Ιστό, προκειμένου να υποκλέψουν δεδομένα, να φυτέψουν παραπλανητικά μηνύματα, ιούς και δούρειους ίππους, ώστε να ξεπλύνουν ναρκοκέρδη ή να κάνουν εμπόριο όπλων, αρπάζοντας κάθε ευκαιρία βρώμικου χρήματος που μπορεί να προσφέρει η ροή δεδομένων.
Τα όρια όμως μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών υποθέσεων, μεταξύ των θυλάκων κατασκοπίας και τρομοκρατίας είναι ασαφή, γιατί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους και στρατολογούν τους ίδιους προγραμματιστές, χάκερς ή κρυπτογράφους από το ίδιο φυτώριο ταλέντων. Το ίδιο ισχύει και για έναν άλλο μετέχοντα στο παιχνίδι του διαδικτυακού ιστού, σαφώς μικρότερο σε ρόλο ταραξία. Γιατί ο ανώνυμος αντάρτης του Web λειτουργεί στο περιθώριο κάθε ιεραρχημένης οργάνωσης και αν και εξαιρετικά διεισδυτικός, είναι δύσκολο να συλληφθεί. Η προωθημένη αυτή μορφή αντίστασης επιφυλάσσει πιθανότατα πολλές ακόμη εξοργιστικές εκπλήξεις στις μυστικές υπηρεσίες. Το καλύτερο αυτού του μετα- δημοκρατικού καθεστώτος στο οποίο ζούμε, είναι η σιωπή του. Οι ρόλοι του κατασκόπου – φύλακα των κτιρίων και του καταδότη είναι πλέον διασφαλισμένοι από μυριάδες κάμερες παρακολούθησης και κινητά τηλέφωνα. Στη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, αυτό είναι αρκετά ευχάριστο.
Πρέπει λοιπόν να αποκαλέσουμε ιστορική πρόοδο την ανακάλυψη πως η ολοκληρωτική παρακολούθηση και ο έλεγχος του πληθυσμού είναι εξίσου πιθανόν να επιτύχουν με σχετικά μη βίαια και λιγότερο αιμοχαρή μέσα; Η κατάσταση αυτή διασφαλίζεται από την κυριαρχία των μυστικών υπηρεσιών και τη διασύνδεση τους με τη διαφήμιση. Όποιος λοιπόν αισθάνεται άνετα σε αυτό το καθεστώς, φέρει ο ίδιος την ευθύνη.
* Ο Χανς Μάγκνους Εντζενσμπέργκερ είναι γερμανός ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και δημοσιογράφος. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 26.10.2013
Μετάφραση: Όλγα Αθανίτη
Εφημερίδα "Η Εποχή", 10/11/2013

