Ο διπλός ρόλος των λοίκων
Tο παιχνίδι των επενδυτικών τραπεζών εν όψει των αποκρατικοποιήσεων
Κομβικό ρόλο στην υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης ακίνητης περιουσίας θα διαδραματίσουν οι επενδυτικές τράπεζες και οι επενδυτικοί βραχίονες των ξένων εμπορικών τραπεζών. Θα κρίνουν τις τιμές στις οποίες θα πωληθεί η δημόσια περιουσία και θα επιλέξουν με τις δικές τους μεθόδους, που δεν είναι πάντα οι πιο ορθόδοξες, τους επενδυτές που θα γίνουν τμήμα της ελληνικής οικονομίας.
Αν και οι διεθνείς «αγορές» για μια χώρα μικρή σαν την Ελλάδα φαντάζουν δαιδαλώδεις, είναι ένα εξαιρετικά «κλειστό» κλαμπ, στο οποίο μόνο τρεις εταιρείες -ή «επενδυτικοί οίκοι» όπως τους ονομάζουν οι γνώστες της δουλειάς- συγκεντρώνουν το 80% της παγκόσμιας πίτας των εργασιών των επενδυτικών τραπεζών, δηλαδή για συμβουλευτικές υπηρεσίες και αναδοχές. Ολες οι υπόλοιπες εταιρείες, οι οποίες δεν ξεπερνούν τις 15 σε αριθμό, «μοιράζονται» το υπόλοιπο 20%. Η λίστα αυτή αποτελεί κίνητρο για όλους τους επενδυτικούς οίκους. Οι επικεφαλής τους ξυπνάνε και κοιμούνται με αυτό.
Οι σημαντικότερες επενδυτικές τράπεζες της παγκόσμιας αγοράς είναι οι Citigroup, Goldman Sachs, Deutsche Bank, Morgan Stanley, JPMorgan, Credit Suisse, UBS, ΒοΑ-Merrill Lynch, Barclays Capital, HSBC και Rothschild.
Συνεργάτες και αντίπαλοι
Ο ανταγωνισμός είναι σκληρός και η «μάχη» μεταξύ τους ακόμα και για την πιο μικρή δουλειά του χαρτοφυλακίου τους είναι ανελέητη. Εκτός από τα οικονομικά οφέλη, οι τράπεζες με την ανάληψη μιας δουλειάς ανεβαίνουν στην κατάταξη της λίστας αναδόχων (league tables), το οποίο τους φέρνει ακόμα περισσότερες, νέες δουλειές από την παγκόσμια αγορά.
Οι σχέσεις των οίκων μεταξύ τους είναι πολύ προσωπικές. Τη μία μέρα διεκδικούν με κάθε μέσο την ίδια δουλειά, την επόμενη συνεργάζονται. Ο ένας από την πλευρά του πωλητή και ο άλλος από την πλευρά του αγοραστή. Οι σχέσεις των 15 οίκων και τραπεζών με τους επενδυτές όλων των κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας είναι ιδιαίτερα στενές. Οι επενδυτές είναι συνήθως εταιρείες-κολοσσοί. Οταν οι επενδυτικοί οίκοι τούς κάνουν μια «χάρη» (π.χ. έκπτωση στην τιμή πώλησης), τότε οι επενδυτές τούς την «ξεπληρώνουν» αργότερα σε άλλη δουλειά, σε άλλη χώρα.
Γι' αυτό, πολλές φορές, το δούναι και λαβείν σε μια συνεργασία των επενδυτικών οίκων μεταξύ τους ή με τους διεθνείς επενδυτές είναι σε πρώτο επίπεδο. Και σε δεύτερο, αυτό που αφορά τον πελάτη τους. Στην προκειμένη περίπτωση το κράτος. Εκτός αν ο πελάτης, το Δημόσιο δηλαδή, αντιπροσωπεύει μια μεγάλη αγορά που ο επενδυτικός οίκος προσδοκά να επανέλθει σε πολλές και νέες συνεργασίες.
Οι χώρες σαν την Ελλάδα, η οποία βάλλεται πανταχόθεν και πλήττεται από την ύφεση ωθώντας τις τιμές των περιουσιακών της στοιχείων στα τάρταρα, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να εκποιήσουν τη δημόσια περιουσία τους. Και μάλιστα σε ξένους επενδυτές, οι οποίοι έχουν πρόσβαση σε όλα τα χρηματοοικονομικά εργαλεία για τη χρηματοδότηση μιας εξαγοράς. Αντίθετα, οι ντόπιοι αγοραστές, οι οποίοι έχουν το πλεονέκτημα ότι βρίσκονται ήδη στη χώρα και γνωρίζουν πώς δουλεύουν οι μηχανισμοί στην Ελλάδα, δεν έχουν πρόσβαση σε ανάλογη χρηματοδότηση.
Το ίδιο πλεονέκτημα διαθέτουν και οι ξένες εταιρείες που έχουν ήδη επενδύσει στην Ελλάδα και θα αποκτήσουν σημαντικές συνέργειες στη χώρα μας, ενώ παράλληλα μπορούν να χρηματοδοτήσουν κάποια εξαγορά, από τράπεζες της χώρας τους ή από άλλα κράτη στα οποία δραστηριοποιούνται.
Τα δύο κεντρικά ζητήματα που αναδεικνύονται από τέτοιες διαδικασίες, οι οποίες στη χώρα μας βρίσκονται προ των πυλών, είναι η τιμή στην οποία θα προχωρήσει η αποκρατικοποίηση κάποιας ΔΕΚΟ ή της ακίνητης περιουσίας και οι ίσες ευκαιρίες που θα πρέπει να έχουν οι Ελληνες και οι ξένοι επιχειρηματίες, λένε παράγοντες της αγοράς.
Οι επενδυτικοί «οίκοι» ή οι επενδυτικοί βραχίονες των διεθνών επενδυτικών τραπεζών εκπροσωπούν τον πελάτη τους (τον πωλητή). Μπορεί να είναι είτε ανάδοχοι, είτε διαμεσολαβητές για εξεύρεση αγοραστή σε μια πώληση. Οσοι αποτύχουν να λάβουν μία από τις παραπάνω εντολές από τον πωλητή, θα επιχειρήσουν να εκπροσωπήσουν ως σύμβουλοι πιθανούς αγοραστές. Η αμοιβή τους προέρχεται μόνο από τον αγοραστή και μόνο όταν ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Οι προμήθειες σχετίζονται με το μέγεθος της συμφωνίας και κυμαίνονται από 0,50% έως 3%.
ΑΝΑΔΟΧΕΣ ΧΩΡΙΣ ΡΙΣΚΟ
Η εισαγωγή μιας εταιρείας στο χρηματιστήριο και η διάθεση μετοχών στο ευρύ επενδυτικό κοινό (θεσμικούς και ιδιώτες), είναι μια συνήθης εργασία για τις επενδυτικές τράπεζες.
Μπορεί να κληθούν επίσης να διενεργήσουν τις διαδικασίες για την πώληση κρατικού πακέτου μετοχών εισηγμένης εταιρείας, όπως επίσης και για τον διαγωνισμό προσφορών που θα αφορά πλειοψηφικό πακέτο για την απόκτηση ελέγχου μιας κρατικής επιχείρησης από ενδιαφερόμενους επενδυτές.
Στις περιπτώσεις εισαγωγής στο χρηματιστήριο ή διάθεσης πακέτου μετοχών, οι τράπεζες γίνονται ανάδοχοι με εγγυημένη τιμή διάθεσης προς τον πωλητή και ρισκάρουν τα κεφάλαιά τους στην τιμή που «δεσμεύτηκαν».
Σπάνια οι πράξεις αυτές δε δεσμεύουν τα δικά τους κεφάλαια. Σε διαμεσολαβήσεις για διαγωνισμούς για την πώληση μιας εταιρείας, δεν συνηθίζεται η εγγύηση της τιμής όπως στις αναδοχές.
Οι τράπεζες αναλαμβάνουν να συνδράμουν στον σχεδιασμό της στρατηγικής και στο χρονοδιάγραμμα πώλησης. Αναλύουν διεξοδικά τα δεδομένα της επιχείρησης, ετοιμάζουν το σχετικό ενημερωτικό δελτίο, ενώ έχουν συμφωνήσει με τον πωλητή την τελική αποτίμηση της εταιρείας με την οποία θα πλησιάσουν τους αγοραστές.
της ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΜΙΝΗ, εφημερίδα "Έθνος", 7/7/2012

